ΔΙΑΤΕΛΕΣΑΝΤΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΟΙ


ΙΕΡΕΥΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΘΕΟΔ. ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

(1881–1952)

Ο αοίδιμος ιερεύς Ευάγγελος Θεοδ. Μανουσάκης, πρώτος εφημέριος της Ενορίας του Αγίου Γεωργίου Πόρου Ηρακλείου, υπήρξε μία ξεχωριστή εκκλησιαστική μορφή, η οποία συνέδεσε άρρηκτα το όνομά της με την ίδρυση, την οργάνωση και την πνευματική θεμελίωση της Ενορίας μας.

Γεννήθηκε στο χωριό Κουσές Ηρακλείου το έτος 1881. Από τα νεανικά του χρόνια διακρίθηκε για την ευλάβεια, τη φιλομάθεια και την ιδιαίτερη κλίση του προς τα ιερά γράμματα και την ιερωσύνη. Με πίστη στον Θεό και διάθεση ολοκληρωτικής προσφοράς προς την Εκκλησία, ακολούθησε τον δρόμο της ιερατικής διακονίας.

Στις 11 Οκτωβρίου 1920 χειροτονήθηκε διάκονος και την επομένη ημέρα, 12 Οκτωβρίου 1920, πρεσβύτερος, από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Κρήτης Τίτο Ζωγραφίδη. Αμέσως τοποθετήθηκε εφημέριος στην Ενορία Χουδετσίου Πεδιάδος, όπου υπηρέτησε επί πέντε έτη με ιδιαίτερο ζήλο και αυταπάρνηση.

Στις 15 Μαρτίου 1925 μετατέθηκε στην Ενορία Χρυσοπηγής Ηρακλείου. Και εκεί η παρουσία του υπήρξε ουσιαστική και καρποφόρα, καθώς διακόνησε τον λαό του Θεού με πατρική αγάπη, ταπείνωση και ανιδιοτέλεια.

Τον Μάρτιο του 1935 τοποθετήθηκε στη νεοσύστατη τότε Ενορία του Αγίου Γεωργίου Πόρου, της οποίας υπήρξε ο πρώτος εφημέριος και πνευματικός θεμελιωτής. Η διακονία του στην Ενορία υπήρξε πολυετής και ευλογημένη, μέχρι της προς Κύριον εκδημίας του, η οποία επήλθε την Κυριακή 3 Αυγούστου 1952 και ώρα 12η μεσημβρινή.

Η είδηση της κοιμήσεώς του προκάλεσε βαθιά συγκίνηση σε ολόκληρο το προάστιο του Πόρου. Η σορός του μεταφέρθηκε «εν πομπή» στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου περί ώρα 3 μ.μ., όπου εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Πλήθος πιστών συνέρρευσε στον Ναό, για να αποδώσει την οφειλόμενη τιμή και τον τελευταίο ασπασμό στον αγαπητό τους ποιμένα.

Το πρωί της επομένης τελέστηκε Θεία Λειτουργία υπό του αρχιμανδρίτου Θεοφυλάκτου Σμυρνιωτάκη και ακολούθησε Τρισάγιο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του. Το δε απόγευμα εψάλη η εξόδιος ακολουθία, χοροστατούντος του αοιδίμου Μητροπολίτου Κρήτης Ευγενίου Ψαλιδάκη, συμπαραστατουμένου από πλήθος κληρικών της πόλεως και των προαστίων του Ηρακλείου. Επικήδειους λόγους εξεφώνησαν ο μακαριστός Μητροπολίτης Ευγένιος και ο διδάσκαλος του Δημοτικού Σχολείου Πόρου Ιωάννης Λεοντής.

Το όνομα του μακαριστού ιερέως Ευαγγέλου Μανουσάκη παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία της Ενορίας του Αγίου Γεωργίου, όχι μόνο επειδή υπήρξε ο πρώτος εφημέριός της, αλλά κυρίως διότι με τις προσωπικές του θυσίες, τους αγώνες και τις άοκνες προσπάθειές του ανεγέρθηκε ο περικαλλής Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου.

Άνθρωπος διορατικός και προορατικός, διέκρινε ήδη από τη δεκαετία του 1920 τη μελλοντική επέκταση της πόλεως του Ηρακλείου εκτός των ενετικών τειχών και την πληθυσμιακή ανάπτυξη της περιοχής του Πόρου.

Αντιλαμβανόμενος τις αυξανόμενες ανάγκες των κατοίκων, οραματίστηκε την ανέγερση ενός μεγάλου και ευρύχωρου ναού, ικανού να καλύψει τις πνευματικές ανάγκες των πιστών της περιοχής.

Με προσωπική πρωτοβουλία, αλλά και με την αμέριστη συμπαράσταση ευσεβών κατοίκων του Πόρου και της Χρυσοπηγής, ξεκίνησε έναν πολυετή και δύσκολο αγώνα για την ανέγερση του Ναού. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες και τις ποικίλες αντιξοότητες της εποχής, κατόρθωσε να θέσει τον θεμέλιο λίθο τον Ιούνιο του 1926.

Με τη βοήθεια του Θεού και τη στήριξη ολόκληρης της τοπικής κοινωνίας, το έργο ολοκληρώθηκε επιτυχώς και ο Ιερός Ναός εγκαινιάστηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1933 από τον Μητροπολίτη Κρήτης κυρό Τιμόθεο Βενέρη, επ’ ονόματι του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Η πρώτη Θεία Λειτουργία είχε ήδη τελεστεί στις 23 Απριλίου 1933, ημέρα της εορτής του Αγίου Γεωργίου.

Η ζωή και η προσφορά του μακαριστού ιερέως Ευαγγέλου Μανουσάκη αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη για την Ενορία μας. Η ιερατική του διακονία, η πίστη, η εργατικότητα, η διορατικότητα και η αγάπη του προς την Εκκλησία και τον άνθρωπο αφήνουν μέχρι σήμερα ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στην τοπική εκκλησιαστική ιστορία.

Ας διατηρούμε πάντοτε ζωντανή τη μνήμη του και ας προσευχόμαστε υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του. Ο Κύριος, τον οποίο υπηρέτησε με αφοσίωση, ταπείνωση και αυταπάρνηση, ας τον αναπαύει «εν χώρα ζώντων και εν σκηναίς δικαίων».

Αἰωνία αὐτοῦ ἡ μνήμη.


ΙΕΡΕΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΔΑΜ ΝΕΟΝΑΚΗΣ

(1948-1993)

 Ο μακαριστός ιερέας Νικόλαος Αδάμ Νεονάκης, εφημέριος της Ενορίας Αγίου Γεωργίου Πόρου, γεννήθηκε στο χωριό Βαγιωνιά Ηρακλείου, το έτος 1914 από τους ευσεβείς γονείς Αδάμ και Ευπραξία. Νυμφεύθηκε την ευσεβέστατη Ευαγγελία, μετά της οποίας απέκτησαν τρία παιδιά την Βασιλεία, την Ευπραξία και την Μαρία. Από παιδί έδειξε κλίση προς τα ιερά γράμματα και την ιερωσύνη. Έτσι, με τη χάρη του Θεού, χειροτονήθηκε Διάκονος στις 6 Δεκεμβρίου 1939 και Πρεσβύτερος στις 9 Δεκεμβρίου 1939 από τον Μακαριστό Επίσκοπο Αρκαδίας και μετέπειτα Μητροπολίτη Κρήτης, Βασίλειο Μαρκάκη.

Υπηρέτησε επί σαράντα πέντε περίπου έτη ως εφημέριος της Ενορίας Αγίου Γεωργίου Πόρου Ηρακλείου, αφήνοντας ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στην πνευματική ζωή της ενορίας και στην καρδιά των ανθρώπων που τον γνώρισαν.

Με βαθιά πίστη στον Θεό, ταπείνωση και αίσθημα ευθύνης, αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στη διακονία της Εκκλησίας. Ως εφημέριος του Πόρου εργάστηκε ακούραστα για την πνευματική καλλιέργεια των ενοριτών του, τη λατρευτική ζωή της ενορίας και την ευπρέπεια του Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου.

Υπήρξε κληρικός απλός, προσηνής και αγαπητός. Στις δύσκολες μεταπολεμικές δεκαετίες στάθηκε πατέρας και συμπαραστάτης των ανθρώπων της ενορίας, συμμεριζόμενος τις χαρές και τις δοκιμασίες τους. Με διάκριση και αγάπη προσέφερε πνευματική καθοδήγηση, ενώ η παρουσία του συνδέθηκε με σημαντικές στιγμές της ζωής των κατοίκων του Πόρου.

Κατά τη μακρά ιερατική του διακονία συνέβαλε ουσιαστικά στην πρόοδο της ενορίας και στην ανάπτυξη της εκκλησιαστικής ζωής του τόπου.

Ιδιαίτερη υπήρξε η συμβολή του στην ανέγερση του Ιερού Παρεκκλησίου της Αναλήψεως του Κυρίου στη νήσο Ντία, έργο που φανερώνει την πίστη, τον ζήλο και την αγάπη του προς την Εκκλησία.

Η αγάπη του για την Εκκλησία, η συνέπεια στο καθήκον και η αφοσίωσή του στο ιερό λειτούργημά του τον κατέστησαν πρόσωπο σεβαστό και αγαπητό από μικρούς και μεγάλους.

Μετά την αφυπηρέτησή του το έτος 1993 συνέχισε να παρακολουθεί με ενδιαφέρον την πορεία της ενορίας, παραμένοντας σημείο αναφοράς για όσους τον γνώριζαν και συνεργάστηκαν μαζί του.

Ο πατήρ Νικόλαος εκοιμήθη εν Κυρίω στις 8 Φεβρουαρίου 2007, αφήνοντας πίσω του πολύτιμη πνευματική παρακαταθήκη και φωτεινό παράδειγμα ιερατικής διακονίας.

Αιωνία αυτού η μνήμη.


ΙΕΡΕΥΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ

(1973–2016)

Ο μακαριστός ιερέας Δημήτριος Ευαγγέλου Τσαγκαράκης υπηρέτησε επί σαράντα τρία συνεχή έτη ως εφημέριος της Ενορίας Αγίου Γεωργίου Πόρου Ηρακλείου, αφήνοντας πίσω του μία σπουδαία πνευματική παρακαταθήκη αγάπης, ταπεινώσεως και αφοσιώσεως προς την Εκκλησία και τον άνθρωπο.

Γεννήθηκε στο Θραψανό Πεδιάδος το έτος 1943 από τους ευσεβείς γονείς Ευάγγελο και Ελπινίκη, οι οποίοι τον ανέθρεψαν με πίστη στον Θεό και σεβασμό προς τις ιερές παραδόσεις της Ορθοδοξίας. Από νεαρή ηλικία φανερώθηκε η ιδιαίτερη κλίση του προς την Εκκλησία και την ιερατική διακονία, ενώ διακρινόταν για τον πράο χαρακτήρα, τη σεμνότητα και την αγάπη του προς τα ιερά γράμματα.

Υπήρξε απόφοιτος της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής, όπου έλαβε τα πρώτα ουσιαστικά θεολογικά και εκκλησιαστικά εφόδια, ενώ συνέχισε τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αποκτώντας θεολογική κατάρτιση και εκκλησιαστικό ήθος, τα οποία χαρακτήρισαν ολόκληρη τη μετέπειτα ιερατική του πορεία.

Νυμφεύθηκε την ευσεβέστατη Ειρήνη, γόνο ιερατικής οικογένειας, με την οποία απέκτησαν τον υιό τους Ευάγγελο. Η πρεσβυτέρα Ειρήνη στάθηκε πολύτιμη συνοδοιπόρος και ακούραστη συμπαραστάτιδα στο πολύχρονο έργο της ιερατικής του διακονίας.

Με τη χάρη του Θεού χειροτονήθηκε Διάκονος στις 15 Δεκεμβρίου 1969 και Πρεσβύτερος στις 20 Ιανουαρίου 1970 από τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Κρήτης κυρό Ευγένιο Ψαλιδάκη. Υπηρέτησε αρχικά στις Ενορίες Αγίου Βασιλείου Τεμένους και Γάζι – Τσαλικάκι, όπου ξεχώρισε για την ευλάβεια, το εκκλησιαστικό ήθος και την αγάπη του προς το ποίμνιο.

Στις 3 Μαρτίου 1973 τοποθετήθηκε εφημέριος στην Ενορία Αγίου Γεωργίου Πόρου, όπου και διακόνησε αδιάκοπα μέχρι της προς Κύριον εκδημίας του. Κατά τη μακρόχρονη ιερατική του πορεία υπήρξε ακούραστος εργάτης του Ευαγγελίου, παρηγορητής των θλιβομένων, συμπαραστάτης των φτωχών και πνευματικός πατέρας για μικρούς και μεγάλους.

Με ιδιαίτερη ευλάβεια τελούσε τις ιερές ακολουθίες και τα Άχραντα Μυστήρια της Εκκλησίας, ενώ με το απλό και ταπεινό παράδειγμα της ζωής του δίδασκε την αγάπη, τη συγχωρητικότητα και την εμπιστοσύνη στον Θεό. Στάθηκε κοντά στους ενορίτες σε κάθε στιγμή της ζωής τους, στις χαρές αλλά και στις δοκιμασίες.

Ο μακαριστός π. Δημήτριος εκοιμήθη το Σάββατο 14 Μαΐου 2016, αφήνοντας βαθιά συγκίνηση και πνευματικό κενό στην Ενορία Αγίου Γεωργίου Πόρου και σε όσους είχαν την ευλογία να τον γνωρίσουν και να ωφεληθούν από την παρουσία του.

Η μνήμη του παραμένει άσβεστη στις καρδιές των ανθρώπων της Ενορίας, ως παράδειγμα πιστού και ταπεινού λειτουργού του Υψίστου, που αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην υπηρεσία της Εκκλησίας και του λαού του Θεού.

Αἰωνία αὐτοῦ ἡ μνήμη.

ΙΕΡΕΥΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ

(1965–2012)

Ο ιερέας Εμμανουήλ Δασκαλάκης γεννήθηκε στο χωριό Μυρτιά Πεδιάδος το έτος 1940 από τους ευσεβείς γονείς Σπυρίδωνα και Χρυσή. Από τα παιδικά του ακόμη χρόνια φάνηκε η κλίση του προς την Εκκλησία και τα ιερά γράμματα.

Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο στο χωριό του και φοίτησε στην Εκκλησιαστική Σχολή Κρήτης στη Μονή Αγίας Τριάδος Ακρωτηρίου Χανίων, από όπου αποφοίτησε το 1960.

Η αγάπη του για την επιστήμη της θεολογίας, τα ιερά γράμματα και την Εκκλησία τον οδήγησε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης στην Κωνσταντινούπολη, τον ιστορικό αυτό φάρο της Ορθοδοξίας, από όπου αποφοίτησε τον Ιούλιο του 1964, έχοντας ήδη χαράξει μέσα του τον δρόμο της ιερατικής διακονίας.

Νυμφεύθηκε την ευσεβέστατη Αθηνά, με την οποία δημιούργησαν μια ευλογημένη οικογένεια και απέκτησαν δύο παιδιά, τη Χρυσούλα και τον Γεώργιο, τους οποίους ανέθρεψαν με αρχές, πίστη και ήθος.

    Με τη χάρη του Θεού χειροτονήθηκε Διάκονος στις 26 Νοεμβρίου 1965 στον Μικρό Άγιο Μηνά και Πρεσβύτερος στις 28 Νοεμβρίου 1965 στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Μηνά, από τον μακαριστό Μητροπολίτη Κρήτης και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Ευγένιο Ψαλιδάκη.

Στις 30 Νοεμβρίου 1965 διορίστηκε εφημέριος της Ενορίας Αγίων Αναργύρων Κοκκίνη Χάνι και την ίδια ημέρα αποσπάστηκε στην Ενορία Αγίου Γεωργίου Πόρου, όπου και συνδέθηκε άρρηκτα με τον λαό της.

    Στις 31 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους ανέλαβε Ιερατικώς Προϊστάμενος και Πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Πόρου, διακονώντας την ενορία με αυταπάρνηση έως την 31η Ιανουαρίου 2012, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε, έχοντας συμπληρώσει σχεδόν μισό αιώνα αδιάκοπης ιερατικής προσφοράς.

Η Αγία μας Εκκλησία με πολλούς τρόπους αναγνώρισε την εργατικότητα, το ήθος και τη διοικητική του ικανότητα.

Στις 28 Αυγούστου 1972 διορίστηκε Γραμματέας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης και Γραμματέας του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, διακονίες στις οποίες υπηρέτησε επί δεκαετίες με συνέπεια και υπευθυνότητα.

Τον Ιανουάριο του 2001 ανέλαβε καθήκοντα Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης, θέση στην οποία παρέμεινε έως το 2013, προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες στην τοπική Εκκλησία.

Για την πολυετή και ευλογημένη προσφορά του τιμήθηκε από την Μητέρα Εκκλησία. Τον Δεκέμβριο του 1992, η Α.Θ. Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος τού απένειμε το οφφίκιο του Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου.

Τιμήθηκε και από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Στις 3 Ιουλίου 2005, η Α.Θ. Μακαριότης ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρος Β΄ τού απένειμε τον Τίμιο Σταυρό του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Μάρκου.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στο όραμα και την αγάπη του για την ενοριακή ζωή. Με διορατικότητα και ποιμαντική ευαισθησία συνέλαβε και εργάστηκε μεθοδικά για την ανέγερση του Πνευματικού Κέντρου της Ενορίας, πιστεύοντας βαθιά ότι η Εκκλησία οφείλει να προσφέρει όχι μόνο λατρευτική, αλλά και πνευματική, κοινωνική και φιλανθρωπική διακονία. Με κόπο, επιμονή και θυσίες έθεσε τα θεμέλια ενός έργου που εδώ και τρεις δεκαετίες αποτελεί ζωντανή εστία συνάντησης, προσφοράς και καλλιέργειας των νέων ανθρώπων, πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές.

Ο πατήρ Εμμανουήλ εκοιμήθη εν Κυρίω τη Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026, αφήνοντας πίσω του πολύτιμη πνευματική παρακαταθήκη και φωτεινό παράδειγμα ιερατικής διακονίας.

Η μορφή του θα παραμένει ζωντανή στην ιστορία της Ενορίας του Αγίου Γεωργίου Πόρου, στα έργα που δημιούργησε, στους ανθρώπους που καθοδήγησε και στις καρδιές που άγγιξε. Θα παραμένει ζωντανή ως υπόμνηση ενός ιερέως που αγάπησε αληθινά την Εκκλησία και υπηρέτησε με συνέπεια την αποστολή της.

Αωνία ατο μνήμη.