ΔΙΑΦΟΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΟΙ ΠΛΑΝΕΣ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ

            Ένα από τα προβλήματα που αντιμετώπισε η Εκκλησία από τους αποστολικούς κιόλας χρόνους υπήρξε και το πρόβλημα των αιρέσεων. Η Εκκλησία, πολύ συχνά στη μακρόχρονη ιστορική της διαδρομή, υποχρεώθηκε, ως θεματοφύλακας της γνήσιας χριστιανικής πίστης, να αγωνιστεί εναντίον εκείνων που με οποιοδήποτε τρόπο θέλησαν και προσπάθησαν να διαστρέψουν και να παραχαράξουν την αλήθεια, όπως αυτή παραδόθηκε από το Χριστό και τους αποστόλους και βιώθηκε και ερμηνεύτηκε από τους μάρτυρες και τους αγίους Πατέρες. Η λέξη «αίρεση» σημαίνει την απομόνωση ενός τμήματος της αληθείας, την αυτονόμησή του στη συνέχεια, έτσι ώστε αυτό το τμήμα να φαίνεται ή να προβάλλεται ως όλον, ως η καθαυτό αλήθεια. Οι αιρετικοί, δηλαδή, αντί να βλέπουν το όλο της αληθείας, ανάγουν το μέρος σε όλο κι έτσι διαστρεβλώνουν, διαστρέφουν και αλλοιώνουν τη χριστιανική διδασκαλία, φτάνοντας στις πιο φοβερές και βλάσφημες απόψεις και κακοδοξίες. Όλες αυτές τις αιρέσεις η Εκκλησία τις αντιμετώπισε με τις Οικουμενικές ή άλλες τοπικές Συνόδους της και με τη διδασκαλία των Πατέρων, οι οποίοι ορθοτόμησαν «τον λόγον της αληθείας» και καθόρισαν με σαφήνεια και καθαρότητα τη δογματική διδασκαλία της.

Σύντομη ιστορική αναφορά στην αίρεση του χιλιασμού
            Ο χιλιασμός είναι μια από τις παλιότερες αιρέσεις που απασχόλησαν την Εκκλησία. Η αίρεση αυτή, της οποίας οι ρίζες βρίσκονται στην ιουδαϊκή θεολογία, αντιμετωπίστηκε, ήδη από τον 4ο μ.Χ. αιώνα, από μεγάλους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Ωριγένης, ο Ευσέβιος κ.α. καθώς και από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο του 431 μ.Χ. η οποία χαρακτήρισε τις χιλιαστικές ιδέες ως μύθους και ονειροπολήσεις. ΄Έτσι από τον 5ο αιώνα μ.Χ. έπαψε να γίνεται λόγος για χιλιετή βασιλεία του Χριστού στη γη και ο χιλιασμό σχεδόν ξεχάστηκε.            
            Η σύγχρονή εκδοχή του χιλιασμού εμφανίστηκε περί τα μέσα του περασμένου αιώνα στην Αμερική. Πατέρας του χιλιασμού θεωρείται ο Κάρολος Ρώσσελ, εβραϊκής καταγωγής, που οι οπαδοί του τον ονόμασαν μέγα διδάσκαλο και θεμελιωτή του σύγχρονου χιλιασμού. Από το 1931 οι οπαδοί της αίρεσης πήραν το όνομα «μάρτυρες του Ιεχωβά» ενώ κατά τα τελευταία χρόνια, στην προσπάθειά τους να παραπλανήσουν τους χριστιανούς, αυτοαποκαλούνται «χριστιανοί μάρτυρες του Ιεχωβά». Σήμερα η οργάνωσή τους εδρεύει στο Μπρούκλιν των ΗΠΑ, απ’ όπου δίδονται οι εντολές σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου δρουν οι «μάρτυρες του Ιεχωβά». Στην Ελλάδα οι Ιεχωβάδες πρωτοεμφανίστηκαν το 1904 και σήμερα, εν ονόματι της ανεξιθρησκείας, η οργάνωση τους είναι αναγνωρισμένη επίσημα με δικαστικές αποφάσεις και γι’ αυτό μπορούν να διαθέτουν ευκτήριους οίκους, δεν έχουν όμως το δικαίωμα να κάνουν προσηλυτισμό.
 Οι πλάνες των «μαρτύρων του Ιεχωβά»
            Η διδασκαλία των «μαρτύρων του Ιεχωβά» αποτελεί ένα σύνολο πλανών, κάτι που τους διαφοροποιεί σημαντικά από τους χιλιαστές των πρωτοχριστιανικών χρόνων, οι οποίοι πίστευαν κυρίως στη χιλιετή βασιλεία του Χριστού στη γη. Μερικές από τις πλάνες αυτές θα παρουσιάσουμε συνοπτικά παρακάτω:
α. Το τριαδικό δόγμα.
            Οι «μάρτυρες του Ιεχωβά» αρνούνται το βασικότερο και σπουδαιότερο δόγμα της χριστιανικής πίστεως, το δόγμα της Αγίας Τριάδας. Δεν δέχονται, δηλαδή, ότι ο Θεός είναι ΕΝΑΣ στην ουσία και ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ στις υποστάσεις (πρόσωπα): Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Κατ’ αυτούς ο Θεός είναι μόνον ο Ιεχωβά, ενώ ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα δεν είναι της ίδιας ουσίας με το Θεό. Θα πρέπει εδώ να πούμε ότι η λέξη «Ιεχωβάς» είναι εξελληνισμένος τύπος της εβραϊκής λέξεως «Γιαχβέ» που είναι το εβραϊκό όνομα του Θεού. Η αποκλειστική χρήση του ονόματος αυτού και η άρνηση των «μαρτύρων του Ιεχωβά» να χρησιμοποιήσουν την ελληνική λέξη Θεός (που εξάλλου χρησιμοποιεί η Καινή Διαθήκη) είναι αρκετή για να δείξει τις εβραϊκές καταβολές της οργάνωσής τους.
β. Το χριστολογικό δόγμα.
            Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως αυτή πηγάζει από την Καινή Διαθήκη και όπως διατυπώθηκε από τις Οικουμενικές Συνόδους και τους Πατέρες, ο Χριστός είναι ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ομοούσιος προς τον Πατέρα, Θεός αληθινός «εκ Θεού αληθινού, γεννηθείς προ πάντων των αιώνων», ο οποίος, όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, συνελήφθη «εκ Πνεύματος Αγίου» από την Παρθένο Μαρία, έλαβε σάρκα και έγινε άνθρωπος ενώνοντας στο Πρόσωπό Του «ατρέπτως, ασυγχύτως και αδιαιρέτως» τη θεία με την ανθρώπινη φύση ως τέλειος Θεάνθρωπος . Αντίθετα, οι «μάρτυρες του Ιεχωβά», συνεχίζοντας την αίρεση του αρειανισμού, δεν πιστεύουν ότι ο Χριστός είναι αληθινός Θεός, δεν δέχονται τη θεότητα του Χριστού, αλλά διδάσκουν πως ο Χριστός είναι κτίσμα, δημιούργημα του Θεού και γι’ αυτό, όπως λένε, δεν είναι της ίδιας ουσίας (ομοούσιος) και αξίας προς τον Πατέρα. Πιστεύουν ακόμη ότι μετά την ενανθρώπηση Του ο Χριστός έπαθε αλλοίωση κι έγινε απλώς ένας καλός άνθρωπος, δεν είναι δηλαδή τέλειος Θεάνθρωπος. Με άλλα λόγια οι «μάρτυρες του Ιεχωβά» διαστρέφουν τελείως την πίστη της Εκκλησίας μας για το Χριστό.
γ. Το Άγιο Πνεύμα.
            Η Εκκλησία μας διδάσκει ότι το Άγιο Πνεύμα είναι το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, ομοούσιο και ομόθρονο προς τον Πατέρα και τον Υιό, και ότι εκπορεύεται από τον Πατέρα. Για το λόγο αυτό Του απονέμονται οι ίδιες τιμές με τα άλλα δύο Πρόσωπα. Οι «μάρτυρες του Ιεχωβά», αντίθετα, υποστηρίζουν ότι το Άγιο Πνεύμα δεν υπάρχει ως τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, αλλ’ ότι πρόκειται απλώς για μια απρόσωπη δύναμη, την αόρατη δύναμη του Ιεχωβά. Στο σημείο αυτό είναι σαφές ότι ακολουθούν την αίρεση του Μακεδονίου, ο οποίος δίδασκε ότι το Άγιο Πνεύμα είναι κτίσμα του Θεού, γι’ αυτό και ονομάστηκε «πνευματομάχος». Τον Μακεδόνιο και την αίρεσή του καταδίκασε η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος το 381μ.Χ. η οποία ανακήρυξε το Άγιο Πνεύμα ως το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας.
δ. Η υπεραγία Θεοτόκος.
            Οι «μάρτυρες του Ιεχωβά»έχουν ασπαστεί και την πλάνη του αιρετικού Νεστορίου, ο οποίος δεν πίστευε ότι η Παναγία γέννησε τον ίδιο το Θεό, ότι δηλαδή είναι Θεοτόκος . Και τούτο είναι συνέπεια της κακοδοξίας τους σχετικά με το πρόσωπο του Χριστού: εφόσον, όπως είδαμε, δεν πιστεύουν στο Χριστό ως αληθινό Θεό, δεν μπορούν να πιστέψουν πως η Παναγία είναι Θεοτόκος. Γι’ αυτό, στη συνέχεια, απορρίπτουν και την πίστη της Εκκλησίας στην αειπαρθενία της Παναγίας.
ε. Περί ψυχής.
            Οι «μάρτυρες του Ιεχωβά» δεν πιστεύουν στην αθανασία της ψυχής, αλλά δέχονται πως η ψυχή του ανθρώπου πεθαίνει μαζί με το σώμα του. Με άλλα λόγια, οι σύγχρονοι χιλιαστές ασπάζονται την αίρεση των θνητοψυχιτών, που δίδασκαν πως η ψυχή του ανθρώπου μετά το θάνατό του δε ζει αιώνια, αλλά εξαφανίζεται στο μηδέν. Όλες αυτές οι δοξασίες ξεκάθαρα αντιτίθενται στη διδασκαλία της Αγίας Γραφής, σύμφωνα με την οποία οι ψυχές δεν πεθαίνουν μαζί με το σώμα, αλλά ζουν και μετά το σωματικό θάνατο του ανθρώπου. Κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου οι ψυχές των δικαίων θα εισέλθουν στη Βασιλεία του Θεού, όπου θα ζουν την ανέκφραστη ηδονή από τη θέα του προσώπου του Θεού, ενώ οι ψυχές των αμαρτωλών θα εισέλθουν στο αιώνιο πυρ, όπου θα ζουν την απέραντη οδύνη της απομάκρυνσής τους από το Θεό.
στ. Περί Δευτέρας Παρουσίας.
            Σύμφωνα με μια άλλη πλάνη των συγχρόνων χιλιαστών, ο Χριστός θα έλθει στο εγγύς μέλλον και πάλι στη γη, για να βασιλεύσει και να κυβερνήσει τον κόσμο ως επίγειος άρχοντας επί χίλια έτη. Επανειλημμένως μάλιστα έχουν προβλέψει το χρόνο κατά τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η Δευτέρα Παρουσία, όλες όμως τις φορές έχουν διαψευσθεί. Οι «μάρτυρες του Ιεχωβά» φαίνεται ότι σκόπιμα παρασιωπούν και διαστρέφουν τους λόγους του Χριστού και των Αποστόλων, σύμφωνα με τους οποίους κανείς άνθρωπος δε γνωρίζει ούτε πρόκειται να γνωρίσει πότε θα ΄έλθει «εν τη δόξη» Του ο Χριστός. Και μόνον η συμπεριφορά αυτή των «μαρτύρων του Ιεχωβά» είναι αρκετή, για να σχηματίσει κανείς την πεποίθηση ότι στερούνται χριστιανικού πνεύματος, ότι περιφρονούν και κακοποιούν την Αγία Γραφή και ότι είναι ψευδοπροφήτες.
ζ. Άλλες κακοδοξίες τους.
            Εκτός των παραπάνω, οι «μάρτυρες του Ιεχωβά» δεν αναγνωρίζουν 1) την Εκκλησία ως Θεοσύστατο οργανισμό 2) τα μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία ασύστολα βλασφημούν 3) τις Οικουμενικές Συνόδους, το Σύμβολο της Πίστεως και τους μεγάλους Πατέρες 4) τον ιερό κλήρο, τον οποίο υβρίζουν 5) τους Αγίους και Μάρτυρες της Εκκλησίας 6) τις εορτές 7) τις εικόνες, τις οποίες εμπαίζουν και καταπατούν, και 8) το Σταυρό, για τον οποίο εκφράζονται περιφρονητικά. Επίσης οι «μάρτυρες του Ιεχωβά» αρνούνται να πάρουν όπλο και να υπερασπιστούν την πατρίδα μας όπως επίσης αρνούνται τη μετάγγιση αίματος. Τέλος, αν και παρουσιάζονται ως μελετητές της Αγίας Γραφής, το σίγουρο είναι ότι τη διαστρέφουν και την κακοποιούν με τρόπο που να τους βοηθά να στηρίξουν τις πλάνες και τις κακοδοξίες τους.
Το όνομα.
            Από όλα τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι οι «μάρτυρες του Ιεχωβά» δε φέρουν χριστιανική ταυτότητα, δεν είναι χριστιανοί, δεν ανήκουν στην Ορθοδοξία, την οποία, αντίθετα, μισούν και μάχονται με φανατισμό. Για το λόγο αυτό δεν δικαιούνται να ονομάζονται «χριστιανοί». Εξάλλου δε μπορεί να ονομάζεται «χριστιανός» κάποιος που διαστρέφει και κακοποιεί την αλήθεια για το πρόσωπο του Χριστού, όπως αυτή απορρέει από την ίδια την Καινή Διαθήκη. Αλλά και η ίδια η ελληνικότητά τους είναι αμφισβητήσιμη, αφού ούτε την πατρίδα δέχονται να υπερασπιστούν ούτε ακολουθούν την ελληνορθόδοξη παράδοση, αυτήν που γαλούχησε και έθρεψε πνευματικά το γένος των Ελλήνων σε καιρούς χαλεπούς.
Τρόπος δράσης και επιδιώξεις. 
            Οι «μάρτυρες του Ιεχωβά» είναι άριστα οργανωμένοι. Κάθε μέλος της οργάνωσης οφείλει να εργάζεται για τη διάδοση της διδασκαλίας τους με κάθε μέσο: με το λόγο, με τη διανομή εντύπων, με το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες, με τη διοργάνωση ομάδων μελέτης και συζητήσεων. Για να αναλάβει όμως κανείς τέτοιο έργο, περνάει από εκπαίδευση. Εκεί μαθαίνει πώς αρχίζει η συζήτηση σε ξένο σπίτι, στο δρόμο ή στο πάρκο. Έτσι, όταν κάποιος Ιεχωβάς χτυπά την πόρτα μας, είναι σίγουρα δασκαλεμένος για το τι θα πει και πώς θα το πει. Συνήθως παρουσιάζονται ευγενικοί, φιλικοί, για να κατορθώσουν να μπουν στο σπίτι και να αρχίσουν τη συζήτηση. Στόχος τους είναι ένας και μόνος: να αυξήσουν τα μέλη της οργάνωσης με κάθε τρόπο. Και για το σκοπό αυτό επιστρατεύονται όλα τα μέσα: η ευγένεια, το γελαστό πρόσωπο, το δήθεν ενδιαφέρον για διάφορα θέματα κλπ. Στην πραγματικότητα αυτό που επιδιώκουν είναι ο προσηλυτισμός.
            Για να «πειστούν» όμως οι «μάρτυρες του Ιεχωβά» να δράσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο, προηγείται μια πλύση εγκεφάλου μέσω της οποίας τα μέλη  γίνονται πειθήνια όργανα της οργάνωσης. Πρόκειται για άτομα χωρίς ελευθερία συνείδησης, ετεροκατευθυνόμενα, άτομα που πάνω απ’ όλα τοποθετούν την οργάνωση και τους σκοπούς της. Επίσης είναι γνωστό ότι οι Ιεχωβάδες για ό,τι κάνουν έχουν και κάποιο -μικρό ή μεγάλο - οικονομικό όφελος. Όλα αυτά κατευθύνονται και καθοδηγούνται από τα κατά τόπους στελέχη, τα οποία προηγουμένως λαμβάνουν σχετικές διαταγές καθώς και μεγάλα χρηματικά ποσά από τους επιτελικούς παράγοντες του χιλιασμού που έχουν την έδρα τους στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης.
            Με αυτούς τους τρόπους οι «μάρτυρες του Ιεχωβά» προσπαθούν «να δημιουργήσουν θρησκευτικήν σύγχυσιν και προκαλέσουν θρησκευτικάς διαιρέσεις και κοινωνικάς ανωμαλίας μέσα εις τους χριστιανικούς λαούς όλου του κόσμου, αγωνίζονται να αποσπάσουν από την χριστιανικήν παράταξιν όσον είναι δυνατόν περισσοτέρους πιστούς, προσελκύοντες και εντάσσοντες αυτούς εις τας φάλαγγάς των. Φρονούν ότι όσον περισσότερον πυκναί και ισχυραί καθίστανται αυταί τόσον μεγαλυτέραν επίδρασιν ασκούν εις την ανθρωπότητα προς επιτυχίαν των ιδικών των στόχων. Με βάσιν όσα οι χιλιασταί διδάσκουν και πράττουν και όσα οι ίδιοι κατά καιρούς δημοσιεύουν εις διάφορα έντυπά των εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο χιλιασμός αποβλέπει εις την εξαφάνισιν του χριστιανισμού και την επικράτησιν του Σιωνισμού και Ιουδαϊσμού».(Από το βιβλίο του Οδ. Δημογκίνη, Χιλιασταί). 
Τρόπος αντιμετώπισης.
            Ζούμε σε μια εποχή θρησκευτικής ελευθερίας. Αυτό επιβάλλει και μια ανάλογη αντιμετώπιση των «μαρτύρων του Ιεχωβά». Οι χριστιανοί πρέπει να δείξουμε σθένος αλλά και νηφαλιότητα, ψυχραιμία και ηρεμία, όχι μίσος και εμπάθεια. Εξάλλου πρόκειται για ανθρώπους που έχουν παραστρατήσει και οι οποίοι πρέπει -αν είναι δυνατόν- να επανέλθουν στο δρόμο της αληθείας. 
Καλό είναι να αποφεύγεται κάθε συζήτηση μαζί τους για θέματα πίστεως όπως επίσης πρέπει οι χριστιανοί να μένουμε μακριά από τα φυλλάδιά τους ΣΚΟΠΙΑ  και ΞΥΠΝΑ, μέσω των οποίων οι «μάρτυρες του Ιεχωβά» προσπαθούν να διαδώσουν τις πλάνες τους. Αν χρειαστεί βέβαια, πρέπει να καταγγέλλεται η προσπάθεια προσηλυτισμού, αφού εξάλλου την απαγορεύει και το ίδιο το Σύνταγμα.

            Για να μπορέσουμε όμως εμείς οι χριστιανοί να κρατήσουμε μια τέτοια στάση, απαιτείται να γνωρίζουμε τη χριστιανική αλήθεια, να γνωρίζουμε τις αλήθειες της πίστεως και προπάντων να συμμετέχουμε στη ζωή της Εκκλησίας: να συμμετέχουμε στα μυστήρια, στη λειτουργική της ζωή και σε όλες τις υπόλοιπες εκδηλώσεις της. Να ζούμε χριστιανικά, η ζωή μας δηλαδή να είναι σύμφωνη με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως αυτή καθορίστηκε από την Αγία Γραφή και την Παράδοση και βιώθηκε από τους αγίους και μάρτυρες. Η Εκκλησία είναι η κιβωτός της σωτηρίας. Η συμμετοχή μας στη ζωή της μας σώζει, μας διατηρεί σώους, ακέραιους, όπως μας θέλει ο Χριστός. Ας μείνουμε λοιπόν κοντά στην ενορία μας ως ενεργά μέλη της. Ας γίνουμε πιο θερμοί στην πίστη μας συνειδητοποιώντας τη σημασία του να είναι κανείς ορθόδοξος χριστιανός. Ας ακολουθήσουμε την προτροπή του Αποστόλου Παύλου: «Στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις»(Β΄Θεσ. 2,15). Μόνο έτσι θα προστατευτούμε από όλους εκείνους που πολεμούν την Ορθοδοξία, την πίστη, δηλαδή, και τον τρόπο ζωής που μας κληροδότησαν οι πατέρες μας και τον οποίο γνήσια διαφυλάσσει η μεγάλη μας Μητέρα, η Εκκλησία. 


Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης






ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

«Ποίον σοι εγκώμιον προσαγάγω επάξιον, τι δε ονομάσω σε απορώ και εξίσταμαι». Μπροστά στην ίδια απορία με τον αρχάγγελο Γαβριήλ βρίσκεται και καθένας που θέλει να ασχοληθεί με το πρόσωπο της Παναγίας Μητέρας του Κυρίου. Απορία, γιατί δε βρίσκει λόγια, με τα οποία θα υμνήσει και θα περιγράψει την αγιότητα, την ωραιότητα, την καθαρότητα της Θεοτόκου.  Η Παναγία υπερέχει «πάσαν έννοιαν» στο πρόσωπό Της συναντώνται όλες οι χαρές και οι αρετές, γι’ αυτό έγινε το δοχείο του Λόγου, αυτή που κυοφόρησε και γέννησε τον ίδιο το Θεό. Ο ανθρώπινος νους και ο ανθρώπινος λόγος αδυνατούν να συλλάβουν και να εκφράσουν το μέγεθος της αγιότητας της Παναγίας και να κατανοήσουν το μυστήριο της σάρκωσης του Λόγου, το οποίο εκείνη υπηρέτησε με την υπακοή Της στο θείο θέλημα. Διότι η Παναγία, αν και άνθρωπος, ξεπέρασε με την αρετή της τα ανθρώπινα μέτρα, την ανθρώπινη φύση και έγινε η εκλεκτή του Θεού, αυτή την οποία επέλεξεν ο Θεός, να γίνει ο «χώρος του αχωρήτου».
          Έχοντας επίγνωση του χάσματος ανάμεσα στην αδυναμία του λόγου μας και το μεγαλείο της Θεοτόκου, θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε συνοπτικά τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας για το πρόσωπό Της, ξέροντας πως όσα κι αν πούμε θα είναι κατώτερα Εκείνης που αξιώθηκε να γίνει Μητέρα του Θεού.

          Ο Βίος της Παναγίας
Οι πληροφορίες που έχουμε για τη Μαρία ως Μητέρα του Ιησού Χριστού, του ενανθρωπήσαντος Λόγου του Θεού, προέρχονται κατ’ αρχάς από λίγες σχετικά μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης. Η εικόνα για την Παναγία συμπληρώνεται παραπέρα και με άλλες πληροφορίες που προέρχονται από την προφορική παράδοση που δημιουργήθηκε ήδη κατά τους αποστολικούς χρόνους.
Σύμφωνα με την αρχέγονη εκκλησιαστική παράδοση, η Μαρία γεννήθηκε στα Ιεροσόλυμα από ευσεβείς γονείς, τον Ιωακείμ και την Άννα, οι οποίοι μάλιστα ήταν προχωρημένης ηλικίας. Η γέννηση της Παναγίας υπήρξε αποτέλεσμα των προσευχών τους, εφόσον η Άννα, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν στείρα. Όμως με την παρέμβαση του Θεού λύθηκε η στειρότητα της Άννας, η οποία συνέλαβε «σωφρόνως»,κατά τους Πατέρες, τη Μαρία, προκειμένου Εκείνη να υπηρετήσει το μυστήριο της σαρκώσεως του Λόγου. Για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους προς το Θεό και εκπληρώνοντας σχετική υπόσχεση οι θεοπάτορες Ιωακείμ και Άννα Την παρέδωσαν, κατά το τρίτο έτος της ηλικίας Της,  στους ιερείς του Ναού των Ιεροσολύμων. Η παραμονή της  Μαρίας στο Ναό και μάλιστα η είσοδός της στα Άγια των Αγίων είναι πρωτοφανές γεγονός για την εβραϊκή θρησκευτική παράδοση, αφού πουθενά δε μαρτυρείται είσοδος γυναίκας στο Ναό. Μάλιστα στα Άγια των Αγίων έμπαινε μια φορά το χρόνο μόνον ο Αρχιερέας, αφού προηγουμένως είχε καθαριστεί από της αμαρτίες του. Αυτό, κατά το Νικόλαο Καβάσιλα, είναι σημείο που φανερώνει πως η μακαρία Παρθένος ουδέποτε έφερε στην ψυχή της κάτι που να μην είναι εξολοκλήρου άγιο. Κατά το δωδέκατο έτος της ηλικίας της η Μαρία παραδόθηκε, με φροντίδα του Αρχιερέα Ζαχαρία, στον Ιωσήφ, ο οποίος την παρέλαβε υπό την προστασία του (αφού στο μεταξύ είχαν πεθάνει οι γονείς Της) και τη μνηστεύθηκε.
Όσα αφορούν τη Μαρία ως Μητέρα του Κυρίου τα γνωρίζουμε από τους Ευαγγελιστές Ματθαίο και Λουκά, οι οποίοι αναφέρονται στη γέννηση, τη βρεφική και την παιδική ηλικία του Ιησού, καθώς και από τους δύο άλλους Ευαγγελιστές, Μάρκο και Ιωάννη, οι οποίοι αναφέρουν κάποτε σποραδικές περιπτώσεις εμφανίσεως της Μαρίας κατά τη δημόσια δράση του Κυρίου μέχρι το σταυρικό Του Θάνατο. Σύμφωνα με τις ευαγγελικές διηγήσεις, η Μαρία, προτού οδηγηθεί ως σύζυγος στο σπίτι του Ιωσήφ, δέχεται στη Ναζαρέτ το θείο Ευαγγελισμό από τον αρχάγγελο Γαβριήλ. Εννιά μήνες αργότερα γεννά το θείο Βρέφος στο σπήλαιο της Βηθλεέμ. Είναι γνωστά σε όλους τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν τη γέννηση του Σωτήρος έως την τελική εγκατάσταση του Ιωσήφ, της Μαρίας και του μικρού Ιησού στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας.
Στα Ευαγγέλια η Παναγία ως Κεχαριτωμένη, η εκλεκτή του Θεού, την οποία «από του νυν μακαριούσι πάσαι αι γενεαί»είναι αυτή που «συνετήρει πάντα τα ρήματα» του Ιησού «συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής».(Λουκ. 1,19) και της οποίας, κατά τη ρήση του θεοδόχου Συμεών, την ψυχή έμελλε να διαπεράσει σαν ρομφαία (ξίφος) ο πόνος για το πάθος του Υιού Της. Είναι Εκείνη την οποία μακάρισε ως Μητέρα του Κυρίου η Ελισάβετ καθώς και η άγνωστη εκείνη γυναίκα η οποία αναφώνησε μέσα από το πλήθος προς το Χριστό: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ούς εθήλασας»(Λουκ. 11,27). Η Παναγία παρότρυνε τον Ιησού να κάμει το θαύμα της μεταβολής του νερού σε κρασί στην Κανά της Γαλιλαίας γι’ Αυτήν ο Χριστός μερίμνησε ιδιαιτέρως λέγοντας στον αγαπημένο μαθητή Του τον Ιωάννη πάνω από το σταυρό: «Ιδού η μήτηρ σου».Σύμφωνα με τα υμνολογικά κείμενα η Παναγία ήταν παρούσα κατά την Ανάληψη του Χριστού στο όρος των Ελαιών ενώ, όπως μας πληροφορεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Πράξ.1,14), η Παναγία ήταν μαζί με τους αποστόλους στο υπερώο της Ιερουσαλήμ περιμένοντας την κάθοδο του αγίου Πνεύματος, καθώς είχε υποσχεθεί ο Χριστός στους μαθητές Του. Φαίνεται λοιπόν ότι η Μαρία συμπαρίστατο στο θαύμα της Πεντηκοστής και έλαβε και αυτή κατά το θαυμαστό εκείνο τρόπο το άγιο Πνεύμα. Μετά την Πεντηκοστή η Παναγία εξακολούθησε να μένει στα Ιεροσόλυμα με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη.
Σύμφωνα με Ιεροσολυμιτική παράδοση του 5ου αιώνα (που είναι και η επικρατέστερη, διότι υπάρχουν και άλλες παραδόσεις),η Παναγία «εκοιμήθη» στα Ιεροσόλυμα. Από τον 6ο αιώνα μάλιστα έδειχναν και τον τάφο της στη Γεσθημανή. Αυτό μαρτυρεί και το γνωστό εξαποστειλάριο της Κοιμήσεως : «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε, Γεσθημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα...».Τα σχετικά με την Κοίμηση της Παναγίας τα αντλούμε μόνο από την εορτολογική παράδοση της Εκκλησίας, αφού η Κ. Διαθήκη Δε διασώζει για το γεγονός αυτό καμιά πληροφορία. Από τα μέσα περίπου του 5ου αιώνα καθιερώθηκε και η εορτή της Κοιμήσεως στα Ιεροσόλυμα, η οποία αργότερα γενικεύθηκε σε όλο το χριστιανικό κόσμο.

Η Μαρία ως Θεοτόκος
          Το πρόσωπο της Παναγίας έτυχε βαθυτάτου σεβασμού, καθώς ήταν ακράδαντη η πίστη της Εκκλησίας από τα πρώτα κιόλας χρόνια της σύστασής της ότι η Μαρία είναι η «ανύμφευτος Νύμφη», η αειπάρθενος Μητέρα του ενανθρωπήσαντος για τη σωτηρία του κόσμου Λόγου του Θεού, είναι πραγματικά Θεοτόκος. Το θεμέλιο της επίσημης διδασκαλίας της Εκκλησίας για την Παναγία τοποθετήθηκε το 431 μ. Χ. με την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Ωστόσο και προηγουμένως οι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν αναπτύξει μια σπουδαία θεολογία υπογραμμίζοντας τη σημασία της Θεομήτορος στο έργο της σωτηρίας.
          Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος όμως ήταν εκείνη που ονόμασε τη Μαρία «Θεοτόκο» (το όνομα Μαρία, κατά τον Ιωάννη το Δαμασκηνό, σημαίνει «κυρία», αφού έγινε κυρία σε όλα τα δημιουργήματα ως μητέρα του δημιουργού). Ο περιεκτικότατος όρος «Θεοτόκος» έγινε δόγμα τον καιρό της διαμάχης της Ορθοδοξίας με την αίρεση του Νεστοριανισμού. Ο Νεστόριος (αρχηγός της αίρεσης ) έλεγε ότι ο Θεός δεν ενώθηκε πλήρως με τον άνθρωπο στο πρόσωπο του Χριστού και, επομένως, ο Χριστός είναι απλώς ένας «καλώς» άνθρωπος και όχι θεάνθρωπος. Γι’ αυτό και δεν ονομάζει την Παναγία Θεοτόκο αλλά Χριστοτόκο.
          Οι Πατέρες όμως, ακολουθώντας την Καινή Διαθήκη και την Ιερά Παράδοση, αποφάνθηκαν ότι στο πρόσωπο του Χριστού ενώθηκαν «ατρέπτως, ασυγχύτως και αδιαιρέτως» η θεία με την ανθρώπινη φύση και, επομένως, ο Χριστός είναι τέλειος θεός και τέλειος άνθρωπος, δηλαδή τέλειος θεάνθρωπος. Γι’ αυτό και η Παναγία δε γέννησε απλώς τον άνθρωπο Χριστό αλλά τον ίδιο το Θεό, είναι δηλαδή Θεοτόκος. Να τι γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός : « Την Αγία Παρθένο κηρύττουμε ως Θεοτόκο στην κυριολεξία και αληθινά γιατί όπως αυτός που γεννήθηκε απ’ αυτήν είναι αληθινός Θεός, έτσι κι αυτή που γέννησε τον αληθινό Θεό, σαρκωμένο απ’ αυτήν, είναι αληθινή Θεοτόκος(...) Η Αγία Παρθένος δε γέννησε απλώς έναν άνθρωπο, αλλά Θεό αληθινό σαρκωμένο, χωρίς Αυτός να κατεβάσει το σώμα Του από τον ουρανό και να το περάσει δια μέσου αυτής σαν να ήταν αυτή κάποιος αγωγός, αλλά αφού έλαβε απ’ αυτή σάρκα ομοούσια με τη δική μας και της έδωσε ύπαρξη για τον εαυτό Του». Και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει: «Ει τις ου Θεοτόκον ομολογεί την αγίαν Παρθένον, χωρίς (μακριά )εστίν της Θεότητος».
          Έτσι η Ορθόδοξη διδασκαλία για την Παναγία ως Θεοτόκο, Μητέρα του Θεανθρώπου, πληρεί πλέον τη ζωή της Εκκλησίας σε όλες τις εκδηλώσεις της, μέσω των οποίων εξαγγέλλεται και διατρανώνεται η εμμονή στην ομολογία της ενανθρώπησης του Σωτήρα Χριστού «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», όπως διατυπώθηκε στο Σύμβολο της Πίστεως. Η Παναγία, ως Θεοτόκος είναι «τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Γι’ αυτό το λόγο αξιώθηκε όλων των τιμητικών διακρίσεων από την Εκκλησία, η οποία την τιμά περισσότερο από όλους τους αγίους. Οι τιμητικές αυτές διακρίσεις συνίστανται στην αναγνώριση από τη συνείδηση της Εκκλησίας ότι είναι «Παναγία», στο πρόσωπο της δηλαδή βρίσκει την ολοκλήρωσή της η αγιότητα, είναι πάνω από όλους τους αγίους, αφού η ίδια «με την αγάπη της προς το Θεό, τη ρωμαλεότητα της σκέψης της, την ευθύτητα της θελήσεώς της και τη μεγαλειώδη σωφροσύνη της έτρεψε σε φυγή κάθε αμαρτία» (Ν. Καβάσιλας).
         
Η Παναγία και το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας
          Η Παναγία βρίσκεται στο κέντρο της ορθόδοξης πνευματικότητας, γιατί ο Θεός της έδωσε κεντρική θέση στο μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου. Σύμφωνα με την Π. Διαθήκη, ο κατ’ εικόνα Θεού δημιουργημένος άνθρωπος αμάρτησε και διώχτηκε από τον παράδεισο της τρυφής. ¨Όμως, επειδή ο Θεός αγαπούσε το πλάσμα Του και δεν επιθυμούσε το χαμό του, θέλησε να σαρκωθεί, να γίνει άνθρωπος και να επαναφέρει την εξαχρειωμένη και αμαυρωμένη εικόνα Του, τον άνθρωπο, στον αρχέγονο παραδείσιο κάλλος. Έπρεπε όμως να βρεθεί το πρόσωπο εκείνο που θα γινόταν ικανό να κυοφορήσει το Θεό, να χωρέσει τον Αχώρητο, κι αυτό το πρόσωπο να θελήσει ελεύθερα να γίνει το δοχείο της Χάριτος και να δώσει σάρκα από τη σάρκα Του στο Θεό. Και όπως από γυναίκα ήλθε η αμαρτία, έτσι και από γυναίκα έπρεπε να έλθει η σωτηρία. Γι’ αυτό και η Παναγία είναι το αντίθετο της Εύας. Γράφει ο Δαμασκηνός : «Όπως εκείνη (η Εύα) πλαστουργήθηκε από τον Αδάμ χωρίς συνάφεια, έτσι και αυτή (η Παναγία)κυοφόρησε το νέο Αδάμ (το Χριστό), που γεννήθηκε κατά το νόμο της κυήσεως και τον υπερφυσικό τρόπο της γεννήσεως γιατί γεννήθηκε από γυναίκα χωρίς πατέρα, αυτός που γεννήθηκε από Πατέρα χωρίς μητέρα».Η Παναγία, για το λόγο αυτό, είναι ο «καρπός των κτισμάτων», είναι Αυτή που περίμενε όλος ο κόσμος, οι άνθρωποι και η κτίση ολάκερη, είναι το «τέλος», ο σκοπός των όντων. Όπως δηλαδή το δέντρο υπάρχει για τον καρπό, έτσι η κτίση δημιουργήθηκε για την Παρθένο και η Παρθένος για το Χριστό. Η Μαρία είναι ο «κόσμος» (το στολίδι) των όντων «και γι’ αυτό, όταν ο Θεός, ατενίζοντας στην αρχή των αιώνων τα δημιουργήματά του, είπε ότι είναι «καλά λίαν», ουσιαστικά έβλεπε μπροστά του τον καρπό όλης της δημιουργίας, την Παρθένο, και ο έπαινος του ήταν στην πραγματικότητα «ευφημία της Παρθένου».(Ν. Καβάσιλας).
Η Παρθένος, σ’ αυτή την προοπτική, είναι το πρόσωπο προς το οποίο κατευθύνεται η Ιερά Ιστορία, είναι η ολοκλήρωση της Π. Διαθήκης, αφού στο πρόσωπό Της εκπληρώνονται όλες οι προφητείες. Είναι η Παρθένος η οποία, όπως προφήτευσε ο Ησαΐας, «εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ». Με τη γέννηση του Χριστού - Εμμανουήλ αρχίζει μια νέα φάση στην ιστορία του ανθρώπου, εμφανίζεται η βασιλεία του Θεού στη γη, αρχίζει η εποχή της Κ. Διαθήκης.
Θα έλεγε κανείς ότι όλο το διάστημα από την πτώση του πρώτου ανθρώπου έως τη γέννηση της Παναγίας ο Θεός περίμενε την ανθρώπινη φύση να γεννήσει Εκείνην που θα γινόταν «ο τόπος και κατοικία» του Λόγου. Αυτή υπήρξε η Παρθένος Μαρία, η οποία κατόρθωσε αυτό που κανείς ως τότε δεν είχε κατορθώσει: να κρατήσει τον εαυτό της καθαρό από την αμαρτία. Και το κατόρθωσε αξιοποιώντας τη δύναμη για αντίσταση κατά της αμαρτίας και του διαβόλου που ο Θεός έβαλε μέσα στον άνθρωπο. Αυτή τη δύναμη ενεργοποίησε, με τη χάρη του Θεού, η Παναγία και «αυξήθηκε με το πνεύμα σαν ελιά κατάκαρπη, έγινε η ψυχή παρθενική μαζί με το σώμα, όπως έπρεπε σ’ αυτήν που επρόκειτο να δεχτεί στους κόλπους της το Θεό διότι επειδή είναι άγιος, αναπαύεται σε άγια μέρη.  Έτσι καλλιεργεί την αγιοσύνη και αναδεικνύεται άξια ναός άγιος και θαυμαστός του υψίστου Θεού»(Ι. Δαμασκηνός). Αφού λοιπόν «έρωτα Θεού» η Παρθένος έτρεψε σε φυγή την αμαρτία, «τον Θεόν προς έρωτα κινεί των ανθρώπων τω εαυτής ελκύσασα κάλλει» και χάρη στη δική της ωραιότητα ανέδειξε ωραία την ανθρώπινη φύση, κατέκτησε τον απαθή και εξαιτίας Της έγινε άνθρωπος Εκείνος που λόγω της αμαρτίας ήταν μισητός στους ανθρώπους, όπως γράφει ο Ν. Καβάσιλας.
Η Παρθένος, λοιπόν, υπήρξε «συνεργός» του Θεού στη σωτηρία του ανθρώπου. Το δικό της «γένοιτο» κατά τον Ευαγγελισμό υπήρξε η απάντηση του ανθρώπινου γένους στην πρόσκληση Του Θεού να Τον σαρκώσει, η υπακοή της ανθρώπινης φύσης στο θέλημα του Θεού κι έτσι με τη δική της ελεύθερη θέληση έγινε η Μητέρα του Θεού, η Θεοτόκος. Αυτή είναι και η ύψιστη τιμή για την ανθρώπινη φύση, αφού καθίσταται ικανή να σαρκώσει το Θεό.

Η Παναγία και ο Ορθόδοξος λαός μας
          Έχοντας ένα τέτοιο ρόλο στο μυστήριο  της Θ. Οικονομίας η Παναγία, ήταν επόμενο από πολύ νωρίς να καταλάβει εξέχουσα θέση στον ετήσιο εορτολογικό κύκλο και να γίνει το πρόσωπο εκείνο της Ιεράς Ιστορίας για το οποίο οι υμνογράφοι έγραψαν τους λυρικότερους ύμνους και οι εικονογράφοι ζωγράφισαν τις ωραιότερες εικόνες. Το εκκλησιαστικό έτος αρχίζει με την εορτή του Γενεσίου της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου) και κλείνει με την Κοίμησή Της (15 Αυγούστου). Ακόμη η Εκκλησία εορτάζει τα Εισόδια (21 Νοεμβρίου), τη Σύναξη της Θεοτόκου (26 Δεκεμβρίου), τον Ευαγγελισμό (25 Μαρτίου). Επιπλέον εορτάζονται οι εορτές της Ζωοδόχου Πηγής, της Αγίας Σκέπης (28 Οκτωβρίου), της Τιμίας Ζώνης και άλλες που θυμίζουν τα διάφορα θαύματα που επιτέλεσε η Θεοτόκος.
          Η ζωή της Εκκλησίας και η λατρείας της, είναι συνυφασμένη με το πρόσωπο της Θεοτόκου, για την οποία έχουν γραφτεί χιλιάδες τροπάρια (κανόνες, θεοτοκία, δοξαστικά, κοντάκια, ωδές κ.λ.π.), μέσα από τα οποία ο ορθόδοξος λαός μας αναπέμπει ευχαριστήριους ύμνους προς Αυτήν, την παρακαλεί ως Μητέρα να εισακούσει τις προσευχές του και να τον βοηθήσει στις δύσκολες στιγμές του και πανηγυρίζει γι’ Αυτήν που βρίσκεται πιο ψηλά από κάθε άλλο λογικό ον στον ορατό και τον αόρατο κόσμο. Η Παρθένος είναι αυτή που δέεται διαρκώς υπέρ των ανθρώπων προς τον Υιό Της, είναι η μεσιτεία του ανθρώπου προς το Θεό. Γι’ αυτό και η Εκκλησία σε κάθε ακολουθία της υμνεί την Παναγία και παράλληλα έχει και τις ιδιαίτερες γι’ αυτήν θεομητορικές εορτές και ξεχωριστές ακολουθίες, όπως ο Ακάθιστος Ύμνος και οι Παρακλητικοί Κανόνες.
          Εξάλλου χιλιάδες είναι οι ναοί οι αφιερωμένοι στο όνομά Της και άπειρα τα επίθετα που αναφέρονται σ’ αυτήν. Ας θυμηθούμε μερικά: αειπάρθενος, άμωμος, πανάμωμος, άχραντος, απειρόγαμος, αμόλυντος, άσπιλος, ρόδον αμάραντον, υπέρμαχος, όρος αλατόμητον, έμψυχος τράπεζα κ.α. Δεν υπάρχει πρόσωπο στον κόσμο που να έχει υμνηθεί όσο η Θεοτόκος.
          Ιδιαίτερη τιμή απονέμει προς τη Θεοτόκο ο ορθόδοξος ελληνικός λαός, του οποίου η ιστορία είναι συνδεδεμένη με την Παναγία ήδη από τα βυζαντινά χρόνια. Πράγματι η Παναγία πολλές φορές έχει προστατέψει το ελληνικό έθνος από τους άθεους επιδρομείς και γι’ αυτό τιμάται ως η «υπέρμαχος στρατηγός». Ταυτόχρονα όμως όλοι τη νιώθουμε σαν τη Μεγάλη Μητέρα, την Πλατυτέρα των Ουρανών, η αγκαλιάζει με στοργή όλο τον κόσμο και προς την οποία απευθυνόμαστε με την οικειότητα που μιλάμε στη φυσική μας μητέρα. Και είναι σίγουρο ότι «ουδείς προστρέχον προς Αυτήν κατησχυμμένος απ’ Αυτής εκπορεύεται» όπως λέει το τροπάριο. Η Παρθένος πάντοτε εισακούει τις προσευχές μας και ανταποκρίνεται στα ευσεβή αιτήματά μας.
Επιλογικό
          Αντί επιλόγου θα παραθέσουμε ένα μικρό απόσπασμα από την ομιλία του μεγάλου βυζαντινού θεολόγου Ν. Καβάσιλα (14ος αιώνας) στην Κοίμηση της Θεοτόκου:
          «Ω Παρθένε, Συ που είσαι κάθε αγαθό, καθετί που ξέρουμε σ’ αυτή τη ζωή, και ότι θα μάθουμε, όταν αφήσουμε τον κόσμο! Ω! Συ, που αρχίζοντας από τον εαυτό σου οδήγησες και τους άλλους στη μακαριότητα και την αγιοσύνη! Ω! Σωτηρία των ανθρώπων και φως του κόσμου και οδός που οδηγεί στο Σωτήρα και θύρα και ζωή, Συ που είσαι άξια να ονομάζεσαι με όλα εκείνα τα ονόματα με τα οποία προσφωνήθηκε για τη σωτηρία που μας χάρισε ο Σωτήρας. Γιατί Αυτός είναι ο αίτιος και Συ η «συναίτιος» του δικού μου αγιασμού και όλων εκείνων τα οποία από το Σωτήρα δια μέσω Σου και των δικών Σου απόλαυσα μόνο. Αίμα δικό Σου είναι το αίμα που καθαρίζει τις αμαρτίες του κόσμου. Δικό Σου μέλος είναι το σώμα μέσα στο οποίο αγιάστηκα, μέσα στο οποίο βρίσκεται η Καινή Διαθήκη και κάθε ελπίδα σωτηρίας. Δικό Σου σπλάχνο είναι η βασιλεία του Θεού.
          Ω! Συ Παρθένε, που είσαι ανώτερη από κάθε έπαινο και από κάθε όνομα, που θα μπορούσε να σε χαρακτηρίσει, δέξου αυτόν τον ύμνο μας και μη παραβλέψεις την προθυμία. Και δώσε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε και να ψάλλουμε κάπως καλύτερα τα μεγαλεία Σου και τώρα, σ’ αυτή τη ζωή και μετά από αυτήν, στην αιώνια. Αμήν».

Γιάννης Γ.Τσερεβελάκης








ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ
Τό Σάββατο τῆς Ε' ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν χαρακτηρίζεται στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας ὡς «Σάββατον τοῦ Ἀκαθίστου». Ἐπίσης ὕμνος αὐτός ψάλλεται τμηματικῶς κατά τά ἀπόδειπνα τῶν τεσσάρων πρώτων Παρασκευῶν τῆς Τεσσαρακοστῆς. Τήν πέμπτη ἑβδομάδα γίνεται ἀνακεφαλαίωσις.
Δέν πιστεύω νά ὑπάρχῃ ἄλλο ὑμνολογικό κείμενο τῆς Ἐκκλησίας μας, πού νά χρησιμοποιήθηκε τόσες φορές ὅσες Ἀκάθιστος. Στά Μοναστήρια τόν διαβάζουν κάθε ἡμέρα καί ὅλοι οἱ μοναχοί τόν γνωρίζουν ἀπό στήθους. Στίς ἐνορίες εἶναι μία ἀπό τίς προσφιλέστερες στόν λαό ἀκολουθίες, πού συγκεντρώνουν κάθε Παρασκευή βράδυ κατά τήν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς ἕνα πλῆθος κόσμου.
Παναγία τήν ὁποία ὑμνολογεῖ Ἁκάθιστος, σ᾿ ὅλη τήν μακραίωνη ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό κέντρο τῆς εὐλαβείας τῶν χριστιανῶν, τό πρόσωπο πού μακαρίζουν, κατά τήν πρόρρησί της, «πᾶσαι αἱ γενεαί» (Λουκ. 1, 48).
Θά παρατρέξωμε τό διαφιλονικούμενο θέμα τοῦ χρόνου τῆς συντάξεως καί τοῦ ποιητοῦ τοῦ Ἀκαθίστου.Ὅποιος καί ἄν ἦταν ποιητής καί μέ ὁποιοδήποτε ἱστορικό γεγονός καί ἄν συνεδέθη πρωταρχικά Ἀκάθιστος, ἕνα εἶναι τό ἀδιαμφισβήτητο στοιχεῖο, πού μᾶς δίνουν οἱ σχετικές πηγές, ὅτι ὕμνος ἐψάλλετο ὡς εὐχαριστήριος ᾠδή πρός τήν ὑπέρμαχο στρατηγό τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους. Κατά τήν παρατήρησι τοῦ Συναξαριστοῦ ὕμνος λέγεται «Ἀκάθιστος»,, γιατί τότε κατά τήν σωτηρία τῆς Πόλεως καί ἔκτοτε μέχρι σήμερα, ὅταν οἱ οἶκοι τοῦ ὕμνου αὐτοῦ ἐψάλλοντο, «ὀρθοί πάντες» τούς ἤκουαν εἰς ἔνδειξιν εὐχαριστίας πρός τήν Θεοτόκο, ἐνῷ στούς οἴκους τῶν ἄλλων κοντακίων «ἐξ ἔθους» ἐκάθηντο. Γιατί ὅμως ψάλλεται τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Μέ τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή συνεδέθη προφανῶς ἐξ αἰτίας ἑνός ἄλλου λειτουργικοῦ λόγου: Μέσα στήν περίοδο τῆς Νηστείας ἐμπίπτει πάντοτε μεγάλη ἑορτή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Εἶναι μόνη μεγάλη ἑορτή, πού λόγῳ τοῦ πενθίμου χαρακτῆρος τῆς Τεσσαρακοστῆς, στερεῖται προεορτίων καί μεθεόρτων. Αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἔλλειψι ἔρχεται νά καλύψῃ ψαλμῳδία τοῦ Ἀκαθίστου, τμηματικῶς κατά τά Ἀπόδειπνα τῶν Παρασκευῶν καί ὁλόκληρος κατά τό Σάββατο τῆς Ε' ἑβδομάδος. Τό βράδυ τῆς Παρασκευῆς ἀνήκει λειτουργικῶς στό Σάββατο, ἡμέρα πού μαζί μέ τήν Κυριακή εἶναι οἱ μόνες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, κατά τίς ὁποῖες ἐπιτρέπεται ἑορτασμός χαρμοσύνων γεγονότων, καί στίς ὁποῖες, μεταφέρονται οἱ ἑορτές τῆς ἑβδομάδος. Καθ᾿ ὡρισμένα Τυπικά Ἀκάθιστος ἐψάλλετο πέντε ἡμέρες πρό τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί κατ᾿ ἄλλα τόν ὄρθρο τῆς ἡμέρας τῆς ἑορτῆς. Ἀκάθιστος ὕμνος εἶναι τό Κοντάκιο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὕμνος τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Εἶναι Κοντάκιο-ὕμνος. Κατά τό σύστημα τῆς συνθέσεως τοῦ ποιητικοῦ αὐτοῦ εἴδους περιλαμβάνει τό προοίμιο, «Τό προσταχθέν μυστικῶς....», καί 24 οἴκους, πού ἔχουν ἀλφαβητική ἀκροστιχίδα. ἰδιορρυθμία του σέ σχέση μέ ἄλλα Κοντάκια συνίσταται στά αὐτόμελα πού ἀκολουθοῦν οἱ Οἶκοι του. Οἱ περιττοί Οἶκοι (αὐτοί πού ἀρχίζουν ἀπό τά στοιχεῖα Α, Γ, Ε, Η, κλπ.) ἔχουν ὡς αὐτόμελο, τροπάριο δηλαδή βάσει τοῦ ὁποίου συνετέθησαν, τόν πρῶτο Οἶκο Ἄγγελος πρωτοστάτης....»)· χαρακτηριστικό των εἶναι οἱ ἕξ διπλές ἀποστροφές πρός τήν Παναγία, πού ἀρχίζουν μέ τό «Χαῖρε» καί πού ἔδωσαν τό λαϊκό ὄνομα στόν ὕμνο: «Χαιρετισμοί»... Ἐπῳδό (ἐφύμνιο) ἔχουν τό «Χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε», πού εἶναι καί τό ἐφύμνιο τοῦ προοιμίου. Οἱ ἄρτιοι Οἶκοι (πού ἀρχίζουν ἀπό τά στοιχεῖα Β, Δ, Ζ, Θ, κλπ.) ἔχουν συντεθῆ μέ βάσι, εἶναι δηλαδή προσόμοια, τοῦ δευτέρου Οἴκου, «Βλέπουσα ἁγία ...), καί ἔχουν ἐφύμνιο τό «Ἀλληλούϊα». Θέμα τοῦ Κοντακίου τοῦ Ἀκαθίστου εἶναι τό μυστήριο τῆς Σαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ, μέ κύριο τόνο στήν ἀπαρχή τῆς σωτηρίας, στόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου. Σ᾿ αὐτόν ἀναφέρονται τό προοίμιο, πού ἀποτελεῖ περίληψι τοῦ περιεχομένου τοῦ ὕμνου, καί οἱ τέσσερις πρῶτοι οἶκοι. Τά δεκατρία «Χαῖρε»,, πού κατακλείουν τούς περιττούς Οἴκους, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μία ἐπέκτασις καί ποιητική ἀναδίπλωσις καί ἐπεξεργασία τοῦ ἀγγελικοῦ ἀσπασμοῦ «Χαῖρε κεχαριτωμένη». (Λουκ. 1, 28). πρωτοστάτης ἄγγελος, Γαβριήλ, ἔρχεται καί φέρνει τό θεϊκό μήνυμα, τό «χαῖρε», στήν Θεοτόκο (Α) ἐκείνη ἀπορεῖ γιά τόν παράδοξο τρόπο τῆς συλλήψεως (Β)· Γαβριήλ τῆς ἐξηγεῖ τήν ἀπόρρητο βουλή τοῦ Θεοῦ (Γ) καί δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπισκιάζει τήν ἀπειρόγαμο Παρθένο καί συλλαμβάνει τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ (Δ). Θεοτόκος ἐπισκέπτεται τήν συγγενῆ της Ἐλισάβετ, τήν μέλλουσα μητέρα τοῦ Προδρόμου, καί ἀνταλλάσσουν προφητικούς λόγους (Ε). Ἰωσήφ, μνηστήρ τῆς Παρθένου, ταράσσεται ἀπό τήν ζάλη τῶν ἀμφιβόλων λογισμῶν, ἀλλά πληροφορεῖται ἀπό τόν ἄγγελο τό μυστήριο τῆς συλλήψεως (Ζ). Χριστός γεννᾶται καί οἱ ποιμένες προσκυνοῦν τόν ἀμνό τοῦ Θεοῦ (Η). θεοδρόμος ἀστήρ δείχνει τόν δρόμο στούς μάγους τῆς Ἀνατολῆς (Θ), αὐτοί τόν προσκυνοῦν (Ι) καί δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ ἀναχωροῦν γιά τήν Βαβυλῶνα, οἱ θεοφόροι κήρυκες (Κ). Στήν Αἴγυπτο φυγάς Κύριος συντρίβει τά εἴδωλα καί μέ τόν φωτισμό τῆς ἀληθείας διώχνει τό σκότος τοῦ ψεύδους (Λ). Καί Συμεών δέχεται στήν ἀγκάλη του ὡς βρέφος τεσσαρακονθήμερο τόν τέλειο Θεό καί λαμβάνει τήν ποθητή ἀπόλυσι (Μ). Ἐδῶ τελειώνει τό πρῶτο μισό μέρος τοῦ ὕμνου, τό ἱστορικό, πού περιλαμβάνει τούς πρώτους Οἴκους, ἀπό τό Α ὡς τό Μ. Οἱ ὑπόλοιποι, ἀπό τό Ν ὡς τό Ω, ἀποτελοῦν μιά θεολογική -θεωρητική ἐπεξεργασία τοῦ μυστηρίου τῆς Σαρκώσεως. νέα κτίσις, πού δημιουργεῖ Λόγος τοῦ Θεοῦ μέ τήν σάρκωσί Του, δοξολογεῖ τόν δημιουργό (Ν). παράξενος -« ξένος» - τόκος προτρέπει τούς ἀνθρώπους νά ξενωθοῦν ἀπό τόν κόσμο καί νά μεταθέσουν τόν νοῦ των στόν οὐρανό (Ξ). Ὅλος ἦταν στήν γῆ δοξολογούμενος Λόγος, ἀλλά καί ἀπό τόν οὐρανό δέν ἀπουσίαζε (Ο). Οἱ ἄγγελοι θαύμασαν τό ἔργο τῆς ἐνανθρωπήσεως καί τήν κοινωνία τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων (Π). Οἱ σοφοί καί ρήτορες τοῦ κόσμου ἔμειναν ἄφωνοι, μή μπορώντας νά ἐξηγήσουν τό μυστήριο τοῦ παρθενικοῦ τόκου (Ρ). Ποιμήν -Θεός γίνεται πρόβατο -ἄνθρωπος θέλοντας νά σώσῃ τόν κόσμο (Σ). Παρθένος γίνεται φυλακτήριο τεῖχος τῶν παρθένων καί ὅλων τῶν πιστῶν (Τ). Κανείς ὕμνος δέν μπορεῖ νά πληρώσῃ τόν φόρο τοῦ χρέους στόν Σαρκωθέντα Βασιλέα (Υ). Θεοτόκος εἶναι φωτοδόχος λαμπάς, πού μᾶς καθοδηγεῖ στήν γνῶσι τοῦ Θεοῦ (Φ). Χριστός ἦλθε στόν κόσμο γιά νά τοῦ δώσῃ χάρι καί συγχώρησι (Χ). δοξολογία πρός τόν Υἱό συνδέεται καί πρός τήν ἀνύμνησι τοῦ ἐμψύχου ναοῦ Του, τῆς Θεοτόκου (Ψ). Καί ὕμνος κλείει μέ μία θαυμαστή ἀποστροφή πρός τήν Παρθένο:
« πανύμνητε μῆτερἡ τεκοῦσα τόν πάντων ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον, δεξαμένη τήν νῦν προσφορά,ἀπό πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντα ςκαί τῆς μελλούσης λύτρωσαικολάσεως τούς σοί βοῶντας Ἀλληλούϊα».
Στό στόμα τοῦ ἀγγέλου, τῆς Ἐλισάβετ, τῶν ποιμένων, τῶν μάγων καί τῶν Αἰγυπτίων στό πρῶτο μέρος καί τῶν πιστῶν στό δεύτερο μπαίνουν οἱ 144 θαυμάσιες ποιητικές ἀποστροφές καί τά ἐγκώμια τῆς Θεοτόκου μέ τίς τόσο ἐπιτυχεῖς ἀντιθέσεις καί τίς ὡραῖες θεολογικές εἰκόνες. Εἶναι τόσο γνωστές. Ἄς διαβάσουμε μόνο τούς χαιρετισμούς τοῦ τελευταίου περιττοῦ Οἴκου, πού ἀρχίζει μέ τό στοιχεῖο Ψ. Θέμα του εἶναι Θεοτόκος ὡς ναός ἔμψυχος καί ἅγιος τοῦ παντοκράτορος Κυρίου:
Χαῖρε, σκηνή τοῦ Θεοῦ καί Λόγου, Χαῖρε, ἁγία ἁγίων μείζων. Χαῖρε, κιβωτέ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι, Χαῖρε, θησαυρέ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε. Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν, Χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν. Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος, Χαῖρε, τῆς βασιλείας τό ἀπόρθητον τεῖχος. Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐγείρονται τρόπαια, Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐχθροί καταπίπτουσι. Χαῖρε, χρωτός τοῦ ἐμοῦ θεραπεία, Χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία. Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε».
Παλαιότερα ὕμνος ἐψάλλετο. Σήμερα ψάλλεται μόνο τό προοίμιο σέ ἦχο πλ. δ'. Περιεχόμενό του εἶναι Εὐαγγελισμός, τό θέμα τοῦ Κοντακίου:
«Τό προσταχθέν μυστικῶς λαβών ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσήφ σπουδῇ ἐπέστη ἀσώματος λέγων τῇ ἀπειρογάμῳ· κλίνας τῇ καταβάσει τούς οὐρανούς χωρεῖται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοί· ὅν καί βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζειν σοι· Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε».
Οἱ Οἶκοι ἀπαγγέλλονται σήμερα ἐμμελῶς ἀπό τόν ἱερέα στό μέσον τοῦ ναοῦ, δηλαδή στή θέσι πού πρίν εὑρίσκετο ὁ ἄμβων, ἀπό τόν ὁποῖο ἀρχικά ἐψάλλετο τό Κοντάκιο. Ὁ λαός ἐπαναλαμβάνει στό τέλος κάθε Οἴκου τό ἐφύμνιο -τήν ἐπῳδό -σέ ἦχο πάλι πλ. δ':
«Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε», στούς περιττούς οἴκους· «Ἀλληλούϊα», στούς ἀρτίους.
Ὅταν ὁ Ἀκάθιστος συνεδέθη μέ τά ἱστορικά γεγονότα, πού ἀναφέρονται στή σωτηρία τῆς Κωνταντινουπόλεως, τότε συνετέθη νέο εἰδικό προοίμιο, γεμάτο δοξολογία καί ἱκεσία, τό τόσο γνωστό «Τῇ ὑπερμάχῳ». Στήν ὑπέρμαχο στρατηγό, ἡ πόλις τῆς Θεοτόκου, πού λυτρώθηκε χάριν σ᾿ Αὐτήν ἀπό τά δεινά, ἀναγράφει τά νικητήρια καί παρακαλεῖ Αὐτήν πού ἔχει τήν ἀκαταμάχητη δύναμι νά τήν ἐλευθερώνῃ ἀπό τούς ποικίλους κινδύνους γιά νά τήν δοξολογῇ κράζοντας τό «Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε». Ὁ ὕμνος ψάλλεται καί πάλι σέ ἦχο πλ. δ'.
«Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τά νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν, εὐχαριστήρια ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου, Θεοτόκε· ἀλλ᾿ ὡς ἔχουσα τό κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, νύμφη ἀνύμφευτε»







ΤΑ ΙΕΡΑ ΑΜΦΙΑ


Προλογικό
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που είτε πρόσφατα ή και παλαιότερα, στον Τύπο έχουν δει το φως της δημοσιότητας διάφορα δημοσιεύματα σχετικά με την ιερατική αμφίεση των κληρικών της Εκκλησίας μας, στα οποία διατυπώνονται θέσεις και απόψεις προτεσταντίζουσες, αφού, ούτε λίγο ούτε πολύ, ζητούν την υπεραπλούστευση ή και την κατάργησή τους. Ωστόσο, το θέμα των ιερών αμφίων των ιερωμένων όλων των βαθμίδων είναι ένα θέμα σύνθετο που όχι μόνο έχει βαθιές ρίζες στην ιστορία και την παράδοση της Εκκλησίας αλλά  και υποκρύπτει βαθύτατους συμβολισμούς και συνδέεται ουσιαστικά με το πνεύμα και την πράξη της ορθόδοξης λατρείας έτσι, ώστε να μην επιτρέπεται να μιλάει κανείς γι’ αυτό «ελαφρά τη καρδία». Στο θέμα αυτό θα είναι αφιερωμένο το παρόν ΕΝΟΡΙΑΚΟ ΔΕΛΤΙΟ.

Μερικά ιστορικά στοιχεία
Α. Είναι κοινή σε όλες τις θρησκείες η πεποίθηση ότι, όπως δεν πρέπει να παρουσιαζόμαστε ενώπιον του Θεού με την ψυχή ακάθαρτη από το κοσμικό φρόνημα και την αμαρτία, έτσι δεν πρέπει να πλησιάζουμε στους ιερούς χώρους με τη συνηθισμένη καθημερινή μας ενδυμασία. Αν αυτό ισχύει για τον καθένα από μας, πολύ περισσότερο ισχύει για τους λειτουργούς- ιερείς. Ως εκ τούτου η ενδυμασία αποκτά μια ιδιαίτερη θρησκευτική σημασία και γι’ αυτό επιβάλλεται η χρήση ενδυμάτων διαφορετικών από τα καθημερινά, για να δηλωθεί έτσι ότι ο άνθρωπος έχει τη συναίσθηση ότι βρίσκεται σ’ ένα χώρο διαφορετικό από τον συνήθη και ότι διατελεί υπό τη σφαίρα του «αγίου». Η ιδέα αυτή βρίσκεται και στο Χριστιανισμό, τροποποιημένη κάπως. Για παράδειγμα, η εσωτερική αναγέννηση και μεταμόρφωση του ανθρώπου παραβάλλεται στην Κ. Διαθήκη με την ένδυση ενός νέου ενδύματος, του ενδύματος του γάμου (Ματθ. 22,12) ενώ ο Απόστολος Παύλος, μιλώντας για το Μυστήριο του Βαπτίσματος, το παραβάλλει προς την ένδυση του Χριστού: «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε Χριστόν ενεδύσασθε» (Γαλ. Ε, 27). Τα ιερά άμφια στην Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, έκφραση του εσωτερικού ανθρώπου και με τους συμβολισμούς που λαμβάνουν αφενός καθιστούν «υπεύθυνον τον ταύτα περιβαλλόμενον κληρικόν έναντι του Θεού και αφετέρου προβάλλουν τας χριστιανικάς αρετάς προς άσκησιν αυτών υπό του ιερού κλήρου» (Θ.Η.Ε. τ. 2, σ. 402).
Β. Σχετικά με την προέλευση των ιερών αμφίων υπάρχουν τρεις θεωρίες. Σύμφωνα με την πρώτη, ο Χριστός και οι Απόστολοι ρύθμισαν τα της αμφιέσεως του κλήρου. Κατά τη δεύτερη, η αμφίεση των ιερέων προήλθε από την ιουδαϊκή ιερατική αμφίεση, ενώ, σύμφωνα με την τρίτη, η περιβολή του χριστιανικού κλήρου προήλθε από την κοινή ενδυμασία των εθνικών. Από τις τρεις αυτές θεωρίες εκείνη που  σήμερα θεωρείται και είναι επιστημονικώς αποδεκτή είναι η τρίτη. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, στα χρόνια των Αποστόλων λαϊκοί και κληρικοί ντύνονταν στην καθημερινή τους ζωή ομοιόμορφα ενώ τις Κυριακές και στις ιερές τους συνάξεις φορούσαν όλοι μια καθαρή εορταστική στολή. Υπάρχει μια μαρτυρία του α΄ μισού του 2ου μ. Χ. αιώνα από την οποία μπορεί να εικάσει κανείς ότι οι κληρικοί λειτουργοί φορούσαν κάποιο ειδικό ένδυμα την ώρα της Θ. Λατρείας (Ποιμήν του Ερμά, 4, 1-2). Μια άλλη μαρτυρία από τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα αναφέρει ότι: «Επί δε την εκκλησίαν ακτέον την γυναίκα και τον άνδρα εστολισμένους κοσμίως» (Παιδαγ. 3, 11). Πάντως σαφείς μαρτυρίες για ύπαρξη ιδιαίτερης λειτουργικής περιβολής των κληρικών έχουμε από τον 4ο αιώνα και εξής, η οποία, όπως ήδη είπαμε, προήλθε από την κοινή καθημερινή ενδυμασία των Ελλήνων και των Ρωμαίων εκείνων των χρόνων. Εκείνο που πρέπει ακόμη να πούμε είναι ότι, 1) μέχρι να φτάσουν στη σημερινή τους μορφή, τα άμφια πέρασαν από διάφορα εξελικτικά στάδια, όπως θα φανεί από τα παρακάτω, και 2) η ιερατική αμφίεση δεν είναι κοινή για τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης, αλλά διαφοροποιείται από βαθμό σε βαθμό: απλούστερη είναι η αμφίεση του διακόνου, πλουσιότερη του ιερέα και ακόμη πλουσιότερη και πολυμερέστερη αυτή του επισκόπου, για να φανεί με τον τρόπο αυτό τόσο η διαφορά του αξιώματος όσο και τα διαφορετικά καθήκοντα καθενός στην τέλεση των ιερών ακολουθιών.
Ειδικότερα: 1. Το φαιλόνιο προήλθε από  τη ρωμαϊκή χλαμύδα, ένα είδος επενδύτη που φορούσαν οι άνθρωποι της εποχής στα ταξίδια τους. Είναι άμφιο της στολής των ιερέων. 2. Το στιχάριο προήλθε από το χιτώνα και είναι κοινό για όλους τους βαθμούς της ιεροσύνης. 3. Το οράριο (από τη λατινική λέξη oris= στόμα) δεν γνωρίζουμε από πού ακριβώς προήλθε. Η ετυμολογία της λέξης παραπέμπει στο ότι αρχικά ήταν ένα κομμάτι υφάσματος (που χρησιμοποιούσαν ήδη οι εθνικοί) με το οποίο σκούπιζαν το πρόσωπο, το λαιμό και ειδικότερα το στόμα (υπάρχουν και άλλες ετυμολογήσεις της λέξης, όπως π.χ. από το λατινικό ora (=κράσπεδο), επειδή ως επίμηκες που ήταν έφτανε μέχρι το κράσπεδο του ιματίου). Το οράριο είναι αποκλειστικά άμφιο του διακόνου. Στους ιερείς όμως το οράριο εξελίχτηκε σε επιτραχήλιο, επειδή δεν κρέμεται πλέον από τον ένα ώμο αλλά από τον τράχηλο με ενωμένα μπροστά τα δύο τμήματα. Επιτραχήλιο φέρουν και οι επίσκοποι. 4. Τα επιμάνικα είναι νεότερα (μαρτυρούνται από τον 11ο αιώνα) και είχαν χρήση αρχικά (για πρακτικούς λόγους) μόνο στην τελετή του Βαπτίσματος. Θα πρέπει να πούμε ότι χρήση των επιμάνικων γίνεται μόνο από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Πρόκειται για άμφιο και των τριών βαθμών της ιεροσύνης. 5. Η ζώνη είναι αρχαιότατο άμφιο που τη χρησιμοποιούσαν για πρακτικούς λόγους και οι Απόστολοι και τη φέρουν σήμερα οι επίσκοποι και οι ιερείς. 6. Από τα επιπλέον άμφια του επισκόπου: α) Το ωμοφόριο είναι το αρχαιότερο (μαρτυρείται από τις αρχές του 5ου αιώνα). Κατασκευαζόταν στην αρχή από μαλλί και αργότερα από μετάξι. Η προέλευσή του είναι άγνωστη. β) Ο σάκκος αποτελεί εξέλιξη του φαιλονίου το οποίο και αντικατέστησε. γ) Ο μανδύας είναι άμφιο πολυτελούς κατασκευής το οποίο συνήθιζαν να φορούν  οι αρχιερείς κατά τη μετά τη χειροτονία τους εθιμοτυπική επίσκεψη στον αυτοκράτορα. δ)Το επιγονάτιο ή υπογονάτιο ήταν αρχικά αποκλειστικά αρχιερατικό άμφιο και μόνο κατά το τέλος του Μεσαίωνα παραχωρήθηκε και στους αρχιμανδρίτες, τους ηγουμένους μονών κλπ. Προήλθε μάλλον από το εγχείριον, ένα είδος μαντιλιού που ήταν σε χρήση στην περιοχή της Ανατολής από τον 8ο αιώνα μ. Χ. Το εγχείριον  χρησιμοποιούσαν μόνο οι επίσκοποι οι οποίοι το είχαν κρεμασμένο στη ζώνη τους. Για την αρχική χρήση του εγχειρίου δεν υπάρχουν σαφείς ειδήσεις. ε) Το εγκόλπιον (κατά λέξη σημαίνει: αυτό που φέρει κανείς στον κόλπο του, στην αγκαλιά του) σήμαινε το κόσμημα εκείνο που κρεμόταν από το λαιμό και το οποίο, λόγω του μικρού του μεγέθους, μπορούσε να φυλάσσεται στον κόλπο ή στο θυλάκιο του χριστιανού. Η αρχή του εγκολπίου ανάγεται στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους με τη μορφή των «φυλαχτών», τα οποία ήταν πολύ διαδεδομένα κατά την περίοδο εκείνη αλλά και αργότερα μέχρι και σήμερα. στ) Η ποιμαντική ράβδος είναι σημείο αξιώματος ήδη από την αρχαιότητα. Ράβδο ως σύμβολο εξουσίας διοικητικής και ποιμαντικής κρατούσαν ήδη από τους πρώτους αιώνες οι ηγούμενοι των μεγάλων μονών. Ράβδο, το λεγόμενο «δικανίκιο», κρατούσαν και οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου ως σύμβολο της ανώτατης εξουσίας τους. Το «δικανίκιο» αυτό λάμβαναν από το χέρι του αυτοκράτορα και οι ηγούμενοι, οι αρχιερείς και οι Πατριάρχες ως σύμβολο της εξουσίας τους, από την οποία διαμορφώθηκε σταδιακά η σημερινή επισκοπική «πατερίτσα». ζ) Η μίτρα (το νεότερο από όλα τα απαρτίζοντα την επισκοπική περιβολή) προήλθε πιθανόν από το «καμελαύκιον», παλαιό κάλυμμα της κεφαλής των ερημιτών, ένα είδος καλογερικού σκούφου. Η μίτρα εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Δύση περί τα μέσα του 11ου αιώνα ενώ η επέκταση της χρήσης της και στην Ανατολή έγινε από το 16ο αιώνα κι έπειτα, αρχικά στους Πατριάρχες και αργότερα στους αρχιεπισκόπους και επισκόπους.

Συμβολισμοί
Είναι γνωστό ότι τα λατρευτικά δρώμενα με όλα όσα περιλαμβάνουν (αντικείμενα, λόγια, κινήσεις) βρίθουν από συμβολισμούς. Ειδικά για την περιβολή των κληρικών κατά την τέλεση των ιερών ακολουθιών οι συμβολισμοί είναι πολλοί, που δείχνουν ότι τα άμφια δεν έχουν απλώς τη σημασία μιας ειδικής στολής, αλλά συνδέονται καίρια με τα τελούμενα κατά τη Θεία Λατρεία και με την εν γένει σημασία και το νόημά τους. Τα άμφια αποτελούν από μόνα τους μια ξεχωριστή συμβολική γλώσσα την οποία θα πρέπει να γνωρίζουμε, για να καταλάβουμε και το ρόλο που έχουν στη Λατρεία. Κατά καιρούς οι συμβολισμοί είχαν περιεχόμενο ηθικό (τα άμφια συμβολίζουν την καθαρότητα και την αρετή της ψυχής που πρέπει να κοσμεί τους λειτουργούς), δογματικό (τα άμφια αναφέρονται στο Πρόσωπο του Χριστού του οποίου αντιπρόσωπος είναι ο ενδυόμενος τα άμφια ιερέας), ήταν σύμβολο του Θείου Πάθους (τα άμφια συμβολίζουν αντικείμενα του μαρτυρίου του Χριστού) και, τέλος, συνιστούσαν μια αλληγορία των όπλων για τον πνευματικό αγώνα του ιερέα κατά του Πονηρού. Στη συμβολική αυτή «γλώσσα» των αμφίων θα αναφερθούμε στα επόμενα παρουσιάζοντας τις βασικές σχετικές ερμηνείες.
Α. Το στιχάριο: Κατά την ένδυσή του ο ιερέας λέγει: «Αγαλλιάσεται η ψυχή μου επί τω Κυρίω. Ενέδυσε γάρ με ιμάτιον σωτηρίου, και χιτωνα ευφροσύνης περιέβαλέ με. Ως νυμφίω περιέθηκέ μοι μίτραν, και ως νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμω». Τονίζεται έτσι η στενή, γαμήλια σχέση του ιερωμένου με το Χριστό καθώς και η χαρά και το κάλλος που πηγάζει από αυτή τη σχέση. Το στιχάριο γίνεται το ένδυμα του γάμου για την είσοδο στη χαρά του Κυρίου. Με το λευκό του χρώμα το στιχάριο συμβολίζει τη λευκή περιβολή των αγγέλων, το φως του Θεού, αλλά και «το καθαρόν και αμόλυντον της ιερατικής τάξεως». Όταν το στιχάριο είναι ερυθρό, τότε συμβολίζει την αιματοβαμμένη στολή αλλά και το ίδιο το αίμα του Χριστού.
Β. Το οράριο: Όταν το φορά ο διάκονος λέγει: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαββαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου». Έτσι το οράριο γίνεται σύμβολο των αγγελικών πτερύγων.
Γ. Το επιτραχήλιο: Όταν το φορά ο ιερέας, λέγει: «Ευλογητός ο Θεός, ο εκχέων την χάριν επί τους ιερεις αυτου. Ως μυρον επί κεφαλης, το καταβαινον επί πώγωνα, τον πώγωνα του Ααρών, το καταβαινον επί την ώαν του ενδύματος αυτου». Το επιτραχήλιο έτσι γίνεται το σύμβολο της θείας Χάρης της οποίας φορέας είναι ο ιερέας. Συμβολίζει ακόμη το ζυγό του Χριστού υπό τον οποίο οφείλει να βρίσκεται ο ιερέας. Επίσης το δεξιό τμήμα του συμβολίζει  τον «κάλαμον» που έδωσαν οι σταυρωτές στη δεξιά του Χριστού ενώ το αριστερό το σήκωμα του Σταυρού πάνω στους ώμους Του. Τέλος τα κρόσσια στο κάτω άκρο του επιτραχηλίου συμβολίζουν τις ψυχές του ποιμνίου την ευθύνη για τη σωτηρία των οποίων φέρει ο ιερέας και για τις οποίες θα λογοδοτήσει.
Δ. Η ζώνη: Κατά την στιγμή που τη ζώνεται ο ιερέας λέγει: «Ευλογητός ο Θεός, ο περιζωννύων με δύναμιν και έθετο άμωμον την οδόν μου». Η ζώνη γίνεται το σύμβολο της δύναμης του Θεού η οποία θα κρατήσει τον ιερέα καθαρό και άσπιλο στην εκτέλεση του έργου του. Επιπλέον η ζώνη αποτελεί υπόμνηση της πνευματικής του  αποστολής και της ευθύνης του, υποδηλώνει το έργο της ιερατικής διακονίας του και εικονίζει «το κραταιόν της αυτου δυνάμεως και έτι την σωφροσύνην» (Συμεών Θεσ/νίκης).
Ε. Το φαιλόνιο: Όταν το φορά ο ιερέας, λέγει: «Οι ιερεις σου, Κύριε, ενδύσονται δικαιοσύνην, και οι όσιοί σου αγαλλιάσει αγαλλιάσονται». Ο ιερέας δεν φορά απλώς ένα ρούχο, αλλά τη δικαιοσύνη και τη χαρά του Θεού. Ανάλογα, επίσης, με το χρώμα του το φαιλόνιο παίρνει διάφορους συμβολισμούς. Όταν είναι κόκκινο, συμβολίζει την κόκκινη χλαμύδα με την οποία έντυσαν το Χριστό οι σταυρωτές Του ή τα Σεραφείμ που κρατούν και μεταφέρουν στο ιερό Θυσιαστήριο τον θείο και νοητό άνθρακα, τον Ιησού Χριστό. Όταν είναι λευκό, συμβολίζει το φως του Θεού (ο οποίος «περιβάλλεται το φως ως ιμάτιον»), τους αγγέλους ή τη στολή του Βαπτίσματος.
ΣΤ. Το επιγονάτιο: Όταν το φορά ο ιερέας, λέγει: «Περίζωσαι την ρομφαίαν σου επί τον μηρόν σου, δυνατέ, τη ωραιότητί σου και τω κάλλει σου και έντεινε και κατευοδου και βασίλευε, ένεκεν αληθείας και πραότητος και δικαιοσύνης και οδηγήσει σε θαυμαστως η δεξιά σου». Το επιγονάτιο, σύμφωνα με τους λόγους αυτούς, γίνεται το σύμβολο της θείας δυνάμεως η οποία ενεργεί, για να επικρατήσει στον κόσμο η αλήθεια, η δικαιοσύνη και η πραότητα. Αυτός είναι και ο σκοπός των ενεργειών και της ζωής του ιερέα. Το επιγονάτιο συμβολίζει ακόμη το «λεντίον» με το οποίο ο Χριστός σκούπισε τα πόδια των μαθητών Του και τη νίκη του Χριστού κατά του θανάτου (καθότι παρομοιάζεται με ρομφαία  (=ξίφος) που κρέμεται στη μέση). Είναι ένα είδος πνευματικής μαχαίρας με την οποία νικήθηκε και νικιέται ο θάνατος.
Ζ. Τα επιμανίκια: Όταν φορά το δεξιό επιμανίκιο, ο ιερέας λέγει: «Η δεξιά σου, Κύριε δεδόξασται εν ισχύι, η δεξιά σου χειρ, Κύριε, έθραυσεν εχθρούς και τω πλήθει της δόξης σου συνέτριψας τους υπεναντίους», ενώ στο αριστερό λέγει: «Αι χειρες σου εποίησάν με και έπλασάν με, συνέτισόν με και μαθήσομαι τας εντολάς σου». Οι ψαλμικοί αυτοί στίχοι υπογραμμίζουν τη δύναμη του Θεού που είναι συντριπτική για το κακό και δημιουργική και αναγεννητική για τον άνθρωπο που θα ακολουθήσει τις εντολές Του. Τα επιμανίκια συμβολίζουν ακόμη τα δεσμά του Χριστού.
Η. Το ωμοφόριο: Συμβολίζει το «πλανηθέν πρόβατον» (τον πεπτωκότα άνθρωπο) το οποίο αναζήτησε και σήκωσε στους ώμους Του ο Κύριος. Γι’ αυτό και όταν το ενδύεται ο αρχιερέας λέγει: «Επί των ώμων, Χριστέ, την πλανηθεισαν άρας φύσιν, αναληφθείς τω Πατρί προσήγαγες».
Θ. Ο αρχιερατικός σάκκος: Συμβολίζει την «χλαίναν της ύβρεως», δηλαδή την ταπείνωση και τη μετάνοια. Όταν τον ενδύεται ο αρχιερέας λέγει τα ίδια λόγια που λέγει ο ιερέας για το φαιλόνιο. Τα κουδουνάκια του σάκκου συμβολίζουν το διδακτικό και κηρυκτικό έργο του επισκόπου.
Ι. Ο εγκόλπιος σταυρός: Ο συμβολισμός του φαίνεται στα λόγια που λέγει ο επίσκοπος ή ο σταυροφόρος ιερέας κατά τη στιγμή που τον φορά: «Όστις θέλει οπίσω μου ελθειν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτου και ακολουθείτω μοι». Η συμβολική σημασία του εγκολπίου του αρχιερέα δηλώνεται επίσης από τους στίχους που απαγγέλλει, όταν το φορά: «Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου».
ΙΑ. Η μίτρα: Είναι σύμβολο του ακάνθινου στεφάνου του Χριστού. Πάντως, όπως ήδη έχουμε πει, η μίτρα επικράτησε στην Ορθόδοξη Εκκλησία πολύ μεταγενέστερα, αφού η παράδοση επέβαλλε οι ιεράρχες της Ανατολής (πλην του Αλεξανδρείας) να λειτουργούν «απερικαλύπτω τη κεφαλη» (Συμεών Θεσ/νίκης).
ΙΒ. Η ποιμαντική ράβδος: «Ράβδον δυνάμεως εξαποστελει σοι Κύριος εκ Σιών, και κατακυρίευε εν μέσω των εχθρων σου», λέγει ο αρχιερέας, όταν λαμβάνει τη ράβδο, για να ιερουργήσει. Σύμφωνα με τον Συμεών Θεσσαλονίκης, «την εξουσίαν δηλοι του Πνεύματος και το στηρικτικόν του λαου και το οδηγειν δύνασθαι και το παιδεύειν τους απιστουντας και το συνάγειν εις εαυτόν τους μακράν, διό και λαβάς ως αγκύρας άνωθεν έχει». Τα φίδια που στρέφονται προς το σταυρό ο οποίος κοσμεί την κορυφή της ράβδου υπενθυμίζουν τους λόγους του Κυρίου: «Ιδού εγώ αποστέλλω υμας ως πρόβατα εν μέσω λύκων. Γίνεσθε ουν φρόνιμοι ως οι όφεις και ακέραιοι ως αι περιστεραί» (Ματθ. 10,16).
ΙΓ. Ο μανδύας: Φοριέται από τον αρχιερέα προ της Θ. Λειτουργίας και προτού ντυθεί με τα κυρίως του άμφια καθώς και στις ιεροπραξίες κατά τις οποίες δεν φορεί ωμοφόριο. Οι τέσσερις πλούσια διακοσμημένες γωνίες του μανδύα ονομάζονται «πόματα», από τα οποία ξεκινούν διακοσμητικές λωρίδες που καλούνται «ποταμοί» και συμβολίζουν το ύδωρ της θείας διδασκαλίας.

Άμφια και Θεία Λατρεία
Όλα όσα είπαμε μέχρι τώρα δείχνουν καθαρά ότι τα άμφια συνιστούν μια πλούσια συμβολική γλώσσα και, επομένως, μια απλούστευση ή κατάργησή τους απονευρώνει αυτομάτως τη Λατρεία, καθώς της αφαιρεί πολλά σημαίνοντα με πολλαπλά και πολύ ουσιώδη θεολογικά σημαινόμενα. Τα άμφια δεν είναι απλώς διακοσμητικά στοιχεία της Λατρείας της Εκκλησίας μας, αλλά αποτελούν μαζί με τη μουσική, την ποίηση, τις εικόνες και την όλη δραματουργική σύνθεση της Λατρείας σημαντικό κομμάτι της, χωρίς το οποίο η μεγαλοπρέπεια και η συγκίνηση που αυτή αποπνέει ασφαλώς θα πάψουν να υφίστανται, όπως συμβαίνει στους Προτεστάντες. Τα άμφια    λαμπρύνουν τις τελετές με το κάλλος τους, ευφραίνουν την όραση και ανοίγουν την «αυλαία» για τη θέαση του καινούργιου κόσμου του Θεού μέσα στην ιερή σκηνή του ναού και ταυτόχρονα θεολογούν, μιλούν για το Θεό, αποκαλύπτουν τις θεϊκές αλήθειες, υπενθυμίζουν το ρόλο των ιερέων μέσα στον κόσμο. Το γεγονός ότι οι ιερωμένοι, όταν τα ενδύονται, αναπέμπουν ευχές και ψαλμικούς στίχους σημαίνει ότι ζητούν να γίνουν ικανοί να ντυθούν όχι απλώς κάποιο ρούχο αλλά τον ίδιο το Χριστό, που είναι και ο τελικός σκοπός της ζωής κάθε πιστού χριστιανού. (Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στενά δεμένη με τη χειροτονία των ιερωμένων όλων των βαθμίδων είναι η παράδοση ενός εκάστου των αμφίων στον χειροτονούμενο με το λαό να ανακράζει το «Άξιος». Επομένως, η ένδυση των αμφίων έχει πολύ βαθύ εκκλησιολογικό νόημα). Τα άμφια συντελούν στην ανύψωση των πιστών στην «άνω Ιερουσαλήμ», στο «νοερό Θυσιαστήριο», εκεί που ακούγεται «ήχος καθαρός εορταζόντων». Γιατί η Θ. Λατρεία είναι μια εορτή, μια πράξη χαράς. Ειδικά η Θ. Ευχαριστία είναι πανηγύρι χαράς και ως τέτοιο τελείται μέσα σε ολοφώτιστους ναούς και με τη λαμπρή αμφίεση των λειτουργών. Άρα είναι θεολογικά λανθασμένη η όποια επίθεση γίνεται κατά της λαμπρής αμφίεσης του κλήρου. Τα λαμπρά άμφια των ιερέων κατά την ώρα της Λατρείας μάς υπενθυμίζουν τα λευκά και αστραφτερά «ως το φως» ιμάτια του Χριστού κατά τη μεταμόρφωσή Του στο Θαβώρ. Έτσι εισαγόμαστε στον εσχατολογικό χρόνο της Εκκλησίας που δεν είναι άλλος από το χρόνο της Λατρείας, το λειτουργικό χρόνο ως πρόγευση της αιωνιότητας.

Επιλογικό
Όταν ο άσωτος υιός επέστρεψε μετανοιωμένος από την αυτοεξορία του, ο πατέρας του τον υποδέχτηκε με αγάπη και διέταξε τους υπηρέτες: «Εξενέγκατε την στολήν την πρώτην και ενδύσατε αυτόν» (Λουκ. 15,22). Ζήτησε δηλαδή να τον ντύσουν με την καλύτερη στολή, δείχνοντας έτσι το μέγεθος της χαράς του και δίνοντας το έναυσμα να αρχίσει το πανηγύρι. Τα άμφια δεν είναι άλλο από την «πρώτην στολήν», σύμβολα της ομορφιάς της θεϊκής εικόνας, του κάλλους του κόσμου του Θεού που ο άνθρωπος οφείλει να ανακαλύπτει και να αποκαλύπτει με τη ζωή και τις πράξεις του, λαμπρύνοντας τη στολή της ψυχής του. Αν πρόκειται η ομορφιά να σώσει τον κόσμο, κατά τη ρήση του Ντοστογιέφσκι, τότε αυτή την ομορφιά και τη λαμπρότητα της Ορθόδοξης Λατρείας πρέπει να τη διασώσουμε με κάθε τρόπο. Και μια τελευταία παρατήρηση: το κάλλος των αμφίων δεν εξαρτάται από την τιμή τους αλλά από τη λιτότητα και την απλότητά τους και προπαντός από την ομορφιά της ζωής του κληρικού και την αναστάσιμη βιοτή του.

  


ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Η 1η Σεπτεμβρίου είναι η αρχή του εκκλησιαστικού έτους, δηλαδή η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά, που ονομάζεται και Ίνδικτος, από τη λατινική λέξη indictio, που σήμαινε το αυτοκρατορικό διάταγμα το οποίο εξέδιδαν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες και αφορούσε τη φορολογία για τη συντήρηση του ρωμαϊκού στρατού. Το διάταγμα αυτό εκδιδόταν κάθε δεκαπέντε χρόνια, ενώ ο φόρος πληρωνόταν κάθε χρόνο, λίγο πριν από το χειμώνα. Αυτή τη λατινική λέξη εξελλήνισαν (Ίνδικτος) και κράτησαν οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, από όπου την παρέλαβε και η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως και καθιέρωσε την 1η Σεπτεμβρίου ως ημέρα έναρξης του εκκλησιαστικού έτους.
Την 1η Σεπτεμβρίου αρχίζει, λοιπόν, ο κύκλος του εκκλησιαστικού ή εορτολογικού έτους. Η Εκκλησία, σοφά σκεπτόμενη, θεωρεί αυτή τη μέρα ως αρχή του έτους και για άλλους λόγους. Πρώτα-πρώτα, επειδή το Σεπτέμβριο έχει συμπληρωθεί η συγκομιδή των καρπών του καλοκαιριού κι έτσι κλείνει το γεωργικό έτος, που είχε αρχίσει το προηγούμενο φθινόπωρο με τη σπορά των καρπών. Έτσι, το Σεπτέμβριο αρχίζουν και πάλι οι γεωργοί τη σπορά, για να δρέψουν ξανά τους καρπούς την επόμενη χρονιά. Την 1η Σεπτεμβρίου όμως η Εκκλησία ενθυμείται και την είσοδο του Χριστού στην εβραϊκή συναγωγή της Ναζαρέτ, όπου διάβασε από τον προφήτη Ησαΐα το απόσπασμα που έλεγε: «Πνεύμα Θεού είναι μέσα μου, γιατί ο Κύριος με έχρισε και μ’ έστειλε ν’ αναγγείλω το χαρμόσυνο μήνυμα στους φτωχούς, να θεραπεύσω τους τσακισμένους ηθικά, να κηρύξω τη λευτεριά στους αιχμαλώτους και στους τυφλούς ότι θα βρουν το φως τους, να αφήσω ελεύθερους τους πονεμένους και να αναγγείλω τον ερχομό του καιρού που ο Κύριος θα φέρει τη σωτηρία στο λαό του» (Λουκ. 4, 16-19). Όχι μόνο η τελευταία φράση αλλά και ολόκληρο το απόσπασμα σχετίζεται σαφώς με την πρώτη μέρα του εκκλησιαστικού έτους, αφού ο Χριστός λέει ότι ήλθε να κηρύξει την καινούργια εποχή της εύνοιας του Θεού προς τον άνθρωπο, που μεταφράζεται ως ελευθερία, ως χαρά και ως σωτηρία από το κακό και την αμαρτία.
Η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά, λοιπόν, διαφέρει από την κοσμική πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου, γιατί για την Εκκλησία ο χρόνος έχει ένα άλλο νόημα. Η αρχή του εκκλησιαστικού έτους βάζει τον άνθρωπο μπροστά στον αγώνα αφενός για την εξασφάλιση της τροφής του, αφού τότε, όπως είπαμε αρχίζουν οι γεωργικές εργασίες, και αφετέρου για τη σωτηρία του, αφού τότε ξεκίνησε ο Χριστός το σωτηριώδες έργο Του. Η Εκκλησία τη μέρα αυτή έρχεται να ευλογήσει την αρχή του ετήσιου κύκλου και την έναρξη των γεωργικών εργασιών, με τις οποίες ο άνθρωπος εξασφαλίζει την τροφή του, υπενθυμίζοντας όμως,  ταυτόχρονα, ότι η ζωή δεν είναι μόνο το φαγητό και η επιβίωση αλλά και ο αγώνας για την πνευματική ζωή, της οποίας αποκορύφωμα είναι η γεύση του Άρτου και του Οίνου της Θ. Ευχαριστίας, δηλαδή η ένωση με τον κυρίαρχο του χρόνου, τον υπέρχρονο και υπερούσιο Τριαδικό Θεό.
Έτσι, η Εκκλησία υπενθυμίζει στον άνθρωπο ότι, όπως σπέρνεται ο σπόρος στη γη και φυτρώνει το νέο φυτό, έτσι αρχίζει να σπέρνεται και ο σπόρος του Ευαγγελίου στην καρδιά των ανθρώπων, για να τους αναγεννήσει και να γίνουν νέοι άνθρωποι, ανακαινισμένοι και φωτισμένοι από το φως του Χριστού.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ως πρώτη μεγάλη εορτή του εκκλησιαστικού έτους η Εκκλησία τοποθέτησε τη Γέννηση της Παναγίας (8 Σεπτεμβρίου), όπως είχε τοποθετήσει την Κοίμησή Της στον Αύγουστο, τον τελευταίο δηλαδή μήνα του έτους. Επομένως, το εκκλησιαστικό έτος ανοίγει  με τη Γέννηση της Μάνας του Θεού και κλείνει με την Κοίμησή Της. Το γεγονός αυτό συνδέει το χρόνο με την αιωνιότητα, αφού η Παναγία έγινε η Μητέρα του υπέρχρονου και αιώνιου Θεού που γεννήθηκε και έζησε ως άνθρωπος. Αλλά και η ίδια η Παναγία δεν πέθανε, αλλά κοιμήθηκε και «μετέστη»στους ουρανούς, νικώντας και η ίδια, με τη δύναμη του Θεού, το χρόνο και το θάνατο, γεγονός που μας θυμίζει πως κι εμείς δεν είμαστε πλασμένοι μόνο για την επίγεια και πρόσκαιρη ζωή, μα και για την άλλη, αυτή που ξεπερνά το σύνορα του χρόνου και εισέρχεται στην αιωνιότητα.
Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης


 



ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ

Τὸν Βίο τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας συνέγραψε ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων (†11 Μαρτίου), ὁ ὁποῖος συνέγραψε διάφορα ἀσκητικὰ καὶ ὑμνογραφικὰ κείμενα ποὺ διαποτίζονται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ τῆς ἀσκητικῆς παραδόσεως.
 Ὁσία Μαρία γεννήθηκε στὴν Αἴγυπτο καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ (527 – 565 μ.Χ.). Ἀπὸ τὰ δώδεκα χρόνια της πέρασε στὴν Αἴγυπτο μία ζωὴ ἀσωτίας, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν μικρὴ αὐτὴ ἡλικία διέφθειρε τὴν παρθενία της καὶ εἶχε ἀσυγκράτητο καὶ ἀχόρταγο τὸ πάθος τῆς σαρκικῆς μείξεως. Ζώντας αὐτὴν τὴν ζωὴ δὲν εἰσέπραττε χρήματα, ἀλλὰ ἁπλῶς ἱκανοποιοῦσε τὸ πάθος της. Ἡ ἴδια ἐξαγορεύθηκε στὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ὅτι διετέλεσε:«δημόσιον προκείμενη τῆς ἀσωτίας ὑπέκκαυμα, οὐ δόσεώς τινος, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἕνεκεν», κάνοντας δηλαδὴ τὸ ἔργο της δωρεάν, «ἐκτελοῦσα τὸ ἐν ἐμοὶ καταθύμιον». Καὶ ὅπως τοῦ ἀπεκάλυψε, εἶχε ἀκόρεστη ἐπιθυμία καὶ ἀκατάσχετο ἔρωτα νὰ κυλιέται στὸ βόρβορο ποὺ ἦταν ἡ ζωή της καὶ σκεπτόταν ἔτσι ντροπιάζοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση.
Λόγω τῆς ἄσωτης ζωῆς καὶ τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας ποὺ εἶχεκάποια φορὰ ἀκολούθησε τοὺς προσκυνητὲς ποὺ πήγαιναν στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν Τίμιο ΣταυρόΚαὶ αὐτὸ τὸ ἔκανε, ὄχι γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸν Τίμιο Σταυρό, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἔχει πολλοὺς ἐραστὲς ποὺ θὰ ἦταν ἕτοιμοι νὰ ἱκανοποιήσουν τὸ πάθος της. Περιγράφει δὲ καὶ ἡ ἴδια ρεαλιστικὰ καὶ τὸν τρόπο ποὺ ἐπιβιβάστηκε στὸ πλοιάριο. Καί, ὅπως ἡ ἴδια ἀποκάλυψε, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ της δὲν ὑπῆρχε εἶδος ἀσέλγειας ἀπὸ ὅσα λέγονται καὶ δὲν λέγονται, τοῦ ὁποίου δὲν ἔγινε διδάσκαλος σὲ ἐκείνους τοὺς ταλαίπωρους ταξιδιῶτες. Καὶ ἡ ἴδια ἐξέφρασε τὴν ἀπορία της γιὰ τὸ πῶς ἡ θάλασσα ὑπέφερε τὶς ἀσωτίες της καὶ γιατί ἡ γῆ δὲν ἄνοιξε τὸ στόμα της καὶ δὲν τὴν κατέβασε στὸν ἅδη, ἐπειδὴ εἶχε παγιδεύσει τόσες ψυχές. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ αὐτοῦ δὲν ἀρκέστηκε στὸ ὅτι διέφθειρε τοὺς νέους, ἀλλὰ διέφθειρε καὶ πολλοὺς ἄλλους ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως καὶ τοὺς ξένους ἐπισκέπτες. Καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα ποὺ πῆγε κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, περιφερόταν στοὺς δρόμους«ψυχὰς νέων ἀγρεύουσα».
Αἰσθάνθηκε ὅμως, βαθιὰ μετάνοια ἀπὸ ἕνα θαυματουργικὸ γεγονός. Ἐνῷ εἰσερχόταν στὸ ναὸ γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ Ξύλο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, κάποια δύναμη τὴν ἐμπόδισε νὰ προχωρήσει. Στὴν συνέχεια στάθηκε μπροστὰ σὲ μία εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἔδειξε μεγάλη μετάνοια καὶ ζήτησε τὴν καθοδήγηση καὶ βοήθεια τῆς Παναγίας. Μὲ τὴν βοήθεια τῆς Θεοτόκου εἰσῆλθε ἀνεμπόδιστα αὐτὴ τὴν φορὰ στὸν ἱερὸ ναὸ καὶ προσκύνησε τὸν Τίμιο Σταυρό. Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὴν Παναγία, ἄκουσε φωνὴ ποὺ τὴν προέτρεπε νὰ πορευθεῖ στὴν ἔρημο, πέραν τοῦ Ἰορδάνου. Ἀμέσως ζήτησε τὴν συνδρομὴ καὶ τὴν προστασία τῆς Θεοτόκου καὶ πῆρε τὸν δρόμο της πρὸς τὴν ἔρημο, ἀφοῦ προηγουμένως πέρασε ἀπὸ τὴν ἱερὰ μονὴ τοῦ Βαπτιστοῦ στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ καὶ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Στὴν ἔρημο ἔζησε σαράντα ἑπτὰ χρόνια, χωρὶς ποτὲ νὰ συναντήσει ἄνθρωπο.
Κατὰ τὰ πρῶτα δεκαεπτὰ χρόνια στὴν ἔρημοπάλεψε πολὺ σκληρὰ γιὰ νὰ νικήσει τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς ἐπιθυμίες τηςοὐσιαστικὰ γιὰ νὰ νικήσει τὸν διάβολο ποὺ τὴν πολεμοῦσε μὲ τὶς ἀναμνήσεις τῆς προηγούμενης ζωῆς.
 Ὁσία ζοῦσε δεκαεπτὰ χρόνια στὴν ἔρημο «θηρσὶν ἀνημέροις ταῖς ἀλόγοις ἐπιθυμίαις πυκτεύουσα»Εἶχε πολλὲς ἐπιθυμίες φαγητῶνποτῶν καὶ «πορνικῶν ᾀσμάτων» καὶ πολλοὺς λογισμοὺς ποὺ τὴν ὠθοῦσαν πρὸς τὴν πορνείαὍμωςὅταν ἐρχόταν κάποιος λογισμὸς μέσα τηςἔπεφτε στὴν γῆτὴν ἔβρεχε μὲ δάκρυα καὶ δὲν σηκωνόταν ἀπὸ τὴ γῆ «ἕως ὅτου τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ γλυκὺ περιέλαμψεν καὶ τοὺς λογισμοὺς τοὺς ἐνοχλοῦντας μοι ἐδίωξεν»Συνεχῶς προσευχόταν στὴν Παναγία, τὴν ὁποία εἶχε ἐγγυήτρια τῆς ζωῆς τῆς μετανοίας ποὺ ἔκανε. Τὸ ἱμάτιό της σχίσθηκε καὶ καταστράφηκε καὶ ἔκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν ἀπὸ τὸν καύσωνα καὶ ἔτρεμε ἀπὸ τὸν παγετὸ καὶ«ὡς πολλάκις με χαμαὶ πεσοῦσαν ἄπνουν μεῖναι σχεδὸν καὶ ἀκίνητον».
Ὕστερα ἀπὸ σκληρὸ ἀγῶναμὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν συνεχὴ προστασία τῆς Παναγίαςἐλευθερώθηκε ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς ἐπιθυμίεςὁπότε μεταμορφώθηκε τὸ λογιστικὸ καὶ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς τηςκαθὼς ἐπίσης ἐθεώθηκε καὶ τὸ σῶμα της.
Λόγω τῆς μεγάλης πνευματικῆς της καταστάσεως στὴν ὁποία ἔφθασε ἡ Ὁσία Μαρία, ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ διορατικὸ χάρισμα.
Ἦταν γυμνὴ ἀλλὰ τὸ σῶμα της ὑπερέβη τὶς ἀνάγκες τῆς φύσεωςΛέγει ἡ ἴδια:«Γυνὴ γὰρ εἰμί, καὶ γυμνή, καθάπερ ὁρᾷς, καὶ τὴν αἰσχύνην τοῦ σώματός μου ἀπερικάλυπτον ἔχουσα». Τὸ σῶμα τρεφόταν μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ:«Τρέφομαι γὰρ καὶ σκέπτομαι τῷ ῥήματι τοῦ Θεοῦ διακρατοῦντος τὰ σύμπαντα». Στὴ περίπτωσή της, ὅπως καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις Ἁγίων, παρατηροῦμε ὅτι ἀναστέλλονται οἱ ἐνέργειες τοῦ σώματος. Αὐτὴ ἡ ἀναστολὴ τῶν σωματικῶν ἐνεργειῶν ὀφειλόταν στὸ ὅτι ἡ ψυχή της δεχόταν τὴν ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὴ ἡ θεία ἐνέργεια διαπορθμευόταν καὶ στὸ σῶμα της:«Ἀρκεῖν εἰποῦσα τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, ὥστε συντηρεῖν τὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς ἀμίαντον».
Ἐκείνη τὴν περίοδο ἀσκήτευε σὲ ἕνα μοναστήρι ὁ Ἱερομόναχος Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς (†4 Ἀπριλίου), ποὺ ἦταν κεκοσμημένος μὲ ἁγιότητα βίου. Ἔβλεπε θεία ὁράματα, καθὼς τοῦ εἶχε δοθεῖ τὸ χάρισμα τῶν θείων ἐλλάμψεων, λόγω τοῦ ὅτι ζοῦσε μέχρι τὰ πενήντα τρία του χρόνια μὲ μεγάλη ἄσκηση καὶ ἦταν φημισμένος στὴν περιοχή του. Τότε, ὅμως, εἰσῆλθε μέσα του ἕνας λογισμὸς κάποιας πνευματικῆς ὑπεροψίας, γιὰ τὸ ἂν δηλαδὴ ὑπῆρχε ἄλλος μοναχὸς ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὠφελήσει ἢ νὰ τοῦ διδάξει κάποιο καινούργιο εἶδος ἀσκήσεως. Ὁ Θεός, γιὰ νὰ τὸν διδάξει καὶ νὰ τὸν διορθώσει, τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν τελειότητα. Καὶ στὴν συνέχεια τοῦ ὑπέδειξε νὰ πορευθεῖ σὲ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὸν Ἰορδάνη ποταμό.
 Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ὑπάκουσε στὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ πῆγε στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦποὺ τοῦ ὑποδείχθηκεἘκεῖ συνάντησε τὸν ἡγούμενο καὶ τοὺς μοναχούς, καὶ διέκρινε ὅτι ἀκτινοβολοῦσαν τὴ Χάρη καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ζώντας ἔντονη μοναχικὴ ζωὴ μὲ ἀκτημοσύνη, μὲ μεγάλη ἄσκηση καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή.
Στὸ μοναστήρι αὐτὸ ὑπῆρχε ἕνας κανόνας. Σύμφωνα μὲ αὐτόν, τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἀφοῦ οἱ μοναχοὶ κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν καὶ ἀσπάζονταν μεταξύ τους, καὶ ἔπειτα ἐλάμβαναν ὁ καθένας τους μερικὲς τροφὲς καὶ ἔφευγαν στὴν ἔρημο πέραν τοῦ Ἰορδάνου, γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦν κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς τὸν ἀγῶνα τῆς ἀσκήσεως. Ἐπέστρεφαν δὲ στὸ μοναστήρι τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, γιὰ νὰ ἑορτάσουν τὰ Πάθη, τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Εἶχαν ὡς κανόνα νὰ μὴν συναντᾶ κανεὶς τὸν ἄλλο ἀδελφὸ στὴν ἔρημο καὶ νὰ μὴν τὸν ἐρωτᾶ, ὅταν ἐπέστρεφαν, γιὰ τὸ εἶδος τῆς ἀσκήσεως ποὺ ἔκανε τὴν περίοδο αὐτή.
Αὐτὸν τὸν κανόνα ἐφάρμοσε καὶ ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς. Ἀφοῦ ἔλαβε ἐλάχιστες τροφές, βγῆκε ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ πορεύθηκε στὴν ἔρημο, ἔχοντας τὴν ἐπιθυμία νὰ εἰσέλθει ὅσο μποροῦσε πιὸ βαθειὰ σὲ αὐτή, μὲ τὴν ἐλπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ἀσκητὴ ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσε νὰ φθάσει σὲ αὐτὸ ποὺ ποθοῦσε. Πορευόταν προσευχόμενος καὶ τρώγοντας ἐλάχιστα. Κοιμόταν δὲ ὅπου εὑρισκόταν.
Εἶχε περπατήσει μία πορεία εἴκοσι ἡμερῶν ὅτανκάποια στιγμὴ ποὺ κάθισε νὰ ξεκουραστεῖ καὶ ἔψελνεεἶδε στὸ βάθος μία σκιὰ ποὺ ἔμοιαζε μὲ ἀνθρώπινο σῶμαΣτὴν ἀρχὴ θεώρησε ὅτι ἦταν δαιμονικὸ φάντασμα, ἀλλὰ ἔπειτα διαπίστωσε ὅτι ἦταν ἄνθρωπος. Αὐτὸ τὸ ὂν ποὺ ἔβλεπε ἦταν γυμνό, εἶχε μαῦρο σῶμα – τὸ σῶμα αὐτὸ προερχόταν ἀπὸ τὶς ἡλιακὲς ἀκτῖνες – καὶ εἶχε στὸ κεφάλι του λίγες ἄσπρες τρίχες, ποὺ δὲν ἔφθαναν πιὸ κάτω ἀπὸ τὸν λαιμό. Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἔβλεπε τὴν Ὁσία Μαρία, τὴν ὥρα ποὺ προσευχόταν. Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἀσκοῦσε τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ μάλιστα ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς τὴν εἶδε ὅταν ἐκείνη ὕψωσε τὰ μάτια της στὸν οὐρανὸ καὶ ἅπλωσε τὰ χέρια της καὶ «ἤρξατο εὔχεσθαι ὑποψιθυρίζουσα· φωνὴ δὲ αὐτῆς οὐκ ἠκούετο ἔναρθρος». Καὶ σὲ κάποια στιγμή, ἐνῷ ἐκεῖνος καθόταν σύντρομος, «ὁρᾷ αὐτὴν ὑψωθεῖσαν ὡς ἕνα πῆχυν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τῷ ἀέρι κρεμαμένην καὶ οὕτω προσεύχεσθαι».
 Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς προσπάθησε νὰ πλησιάσειγιὰ νὰ διαπιστώσει τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔβλεπεἀλλὰ τὸ ἀνθρώπινο ἐκεῖνο ὂν ἀπομακρυνότανἜτρεχε ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, ἔτρεχε καὶ ἐκεῖνο. Καὶ ὁ Ἀββᾶς κραύγαζε μὲ δάκρυα πρὸς αὐτὸ ὥστε νὰ σταματήσει, γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐλογία του. Ἐκεῖνο ὅμως δὲν ἀνταποκρινόταν. Μόλις ἔφθασε ὁ Ἀββᾶς σὲ κάποιο χείμαρρο καὶ ἀπόκαμε, ἐκεῖνο τὸ ἀνθρώπινο ὂν ἀφοῦ τὸν ἀποκάλεσε μὲ τὸ μικρό του ὄνομα, πρᾶγμα ποὺ προκάλεσε μεγάλη ἐντύπωση στὸν Ἀββᾶ, τοῦ εἴπε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γυρίσει καὶ νὰ τὸν δεῖ κατὰ πρόσωπο, γιατί εἶναι γυναῖκα γυμνὴ καὶ ἔχει ἀκάλυπτα τὰ μέλη τοῦ σώματός της. Τὸν παρακάλεσε, ἂν θέλει, νὰ τῆς δώσει τὴν εὐχή του καὶ νὰ τῆς ρίξει ἕνα κουρέλι ἀπὸ τὰ ροῦχα του, γιὰ νὰ καλύψει τὸ γυμνὸ σῶμα της. Ὁ Ἀββᾶς ἔκανε ὅτι τοῦ εἶπε καὶ τότε ἐκείνη στράφηκε πρὸς αὐτόν. Ὁ Ἀββᾶς ἀμέσως γονάτισε γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐχή της, ἐνῷ τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ ἐκείνη. Καὶ παρέμειναν καὶ οἱ δυὸ γονατιστοὶ «ἕκαστος ἐξαιτῶν εὐλογῆσαι τὸν ἕτερον».
Ἐπειδὴ  Ἀββᾶς ἀναρωτιόταν μήπως ἔβλεπε μπροστά του κάποιο ἄυλο πνεῦμαἐκείνη διακρίνοντας τοὺς λογισμούς τουτοῦ εἶπε ὅτι εἶναι ἁμαρτωλήποὺ ἔχει περιτειχισθεῖ ἀπὸ τὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ εἶναι χῶμα καὶ στάχτη καὶ ὄχι ἄυλο πνεῦμα.
 Ὁσία Μαρία κατὰ τὴν συνάντηση αὐτήἀφοῦ ἀποκάλυψε ὅλη τὴν ζωή τηςζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ νὰ ἔλθει κατὰ τὴν Μεγάλη Πέμπτη τῆς ἑπόμενης χρονιᾶςσὲ ἕναν ὁρισμένο τόπο στὴν ὄχθη τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦκοντὰ σὲ μία κατοικημένη περιοχήγιὰ νὰ τὴν κοινωνήσειὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια μεγάλης μετάνοιας ποὺ μεταμόρφωσε τὴν ὕπαρξή της«Καὶ νῦν ἐκείνου ἐφίεμαι ἀκατασχέτῳ τῷ ἔρωτι»τοῦ εἶπεδηλαδὴ εἶχε ἀκατάσχετο ἔρωτα νὰ κοινωνήσει τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
 Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι χωρὶς νὰ πεῖ σὲ κανένα τί ἀκριβῶς συνάντησεσύμφωνα ἄλλωστε καὶ μὲ τὸν κανόνα ποὺ ὑπῆρχε σὲ ἐκείνη τὴν ἱερὰ μονήὍμωςσυνεχῶς παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ δεῖ καὶ πάλι «τὸ ποθούμενον πρόσωπον» τὴν ἑπόμενη χρονιὰ καὶ μάλιστα ἦταν στεναχωρημένος γιατί δὲν περνοῦσε  χρόνοςκαθὼς ἤθελε ὅλος αὐτὸς  χρόνος νὰ ἦταν μία ἡμέρα.
Τὸ ἑπόμενο ἔτος  Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἀπὸ κάποια ἀρρώστια δὲν μπόρεσε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ μοναστήρι στὴν ἔρημοὅπως ἔκαναν οἱ ἄλλοι πατέρες στὴν ἀρχὴ τῆς Σαρακοστῆς καὶ ἔτσι παρέμεινε στὸ μοναστήριΚαὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ὅταν εἶχαν ἐπιστρέψει οἱ ἄλλοι πατέρες τῆς Μονῆς, ἐκεῖνος ἑτοιμάσθηκε νὰ πορευθεῖ στὸν τόπο ποὺ τοῦ εἶχε ὑποδείξει ἡ Ὁσία, γιὰ νὰ τὴν κοινωνήσει.
Τὴν Μεγάλη Πέμπτη πῆρε μαζί του σὲ ἕνα μικρὸ ποτήρι τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦπῆρε μερικὰ σύκα καὶ χουρμάδες καὶ λίγη βρεγμένη φακὴ καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ μοναστήρι γιὰ νὰ συναντήσει τὴν Ὁσία ΜαρίαἘπειδὴ ὅμως ἐκείνη ἀργοποροῦσε νὰ ἔλθει στὸν καθορισμένο τόπο, ὁ Ἀββᾶς προσευχόταν στὸν Θεὸ μὲ δάκρυα νὰ μὴν τοῦ στερήσει λόγω τῶν ἁμαρτιῶν του τὴν εὐκαιρία νὰ τὴ δεῖ ἐκ νέου.
Μετὰ τὴν θερμὴ προσευχὴ τὴν εἶδε ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, νὰ κάνει τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, νὰ πατᾶ πάνω στὸ νερὸ τοῦ ποταμοῦ «περιπατοῦσαν ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἐπάνω καὶ πρὸς ἐκεῖνον βαδίζουσαν». Στὴν συνέχεια  Ὁσία τὸν παρακάλεσε νὰ πεῖ τὸΣύμβολο τῆς Πίστεως καὶ τὸ «Πάτερ ἡμῶν». Ἀκολούθως ἀσπάσθηκε τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ καὶ κοινώνησε τῶν ζωοποιῶν Μυστηρίων. Ἔπειτα ὕψωσε τὰ χέρια της στὸν οὐρανό, ἀναστέναξε μὲ δάκρυα καὶ εἶπε:«Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλην σου, ὦ Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».
Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ τὸν παρακάλεσε νὰ ἔλθει καὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος στὸ χείμαρρο ποὺ τὴν εἶχε συναντήσει τὴν πρώτη φορά, ζήτησε τὴν προσευχή του. Ὁ Ἀββᾶς ἄγγιξε τὰ πόδια τῆς Ὁσίας, ζήτησε καὶ αὐτὸς τὴν προσευχή της καὶ τὴν ἄφησε νὰ φύγει «στένων καὶ ὀδυρόμενος», διότι τολμοῦσε «κρατῆσαι τὴν ἀκράτητον». Ἐκείνη ἔφυγε κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἦλθε, πατώντας δηλαδὴ πάνω στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ.
Τὸ ἑπόμενο ἔτος, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν παράκληση τῆς Ὁσίας, ὁ Ἀββᾶς βιαζόταν νὰ φθάσει «πρὸς ἐκεῖνο τὸ παράδοξο θέαμα». Ἀφοῦ βάδισε πολλὲς ἡμέρες καὶ ἔφθασε στὸν τόπο ἐκεῖνο, ἔψαχνε «ὡς θηρευτὴς ἐμπειρότατος» νὰ δεῖ «τὸ γλυκύτατο θήραμα», τὴν Ὁσία τοῦ Θεοῦ. Ὅμως δὲν τὴν ἔβλεπε πουθενά. Τότε ἄρχισε νὰ προσεύχεται στὸν Θεὸ κατανυκτικά: «Δεῖξόν μοι, Δέσποτα, τὸν θησαυρόν σου τὸν ἄσυλον, ὃν ἐν τῇδε τῇ ἐρήμῳ κατέκρυψας· δεῖξόν μοι, δέομαι, τὸν ἐν σώματι ἄγγελον, οὗ οὐκ ἔστιν ὁ κόσμος ἀπάξιος». Γιὰ τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ἡ Ὁσία Μαρία ἦταν ἄθικτος θησαυρός, ἄγγελος μέσα σὲ σῶμα, ποὺ ὁ κόσμος δὲν ἦταν ἄξιος νὰ τὸν ἔχει. Καὶ προσευχόμενος μὲ τὰ λόγια αὐτὰ εἶδε«κεκειμένην τὴν Ὁσίαν νεκράν, καὶ τὰς χεῖρας οὕτως ὥσπερ ἔδει τυπώσασαν καὶ πρὸς ἀνατολὰς ὁρῶσαν κειμένην τῷ σχήματι». Βρῆκε δὲ καὶ δική της γραφὴ ποὺ ἔλεγε: «Θάψον, ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ἐν τούτῳ τῷ τόπῳ τῆς ταπεινῆς Μαρίας τὸ λείψανον, ἀποδὸς τὸν χοῦν τῷ χοΐ, ὑπὲρ ἐμοῦ διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνὶ Φαρμουθὶ (κατ’ Αἰγυπτίους, ὅπως ἐστὶ κατὰ Ρωμαίους Ἀπρίλιος), ἐν αὐτῇ δὲ τῇ νυκτὶ τοῦ πάθους τοῦ σωτηρίου, μετὰ τὴν τοῦ θείου καὶ μυστικοῦ δείπνου μετάληψιν». Τὴν βρῆκε δηλαδὴ νεκρή, κείμενη στὴν γῆ, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα καὶ βλέποντας πρὸς τὴν ἀνατολή. Συγχρόνως βρῆκε καὶ γραφὴ ποὺ τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὴν ἐνταφιάσει.
 Ὁσία κοιμήθηκε τὴν ἴδια ἡμέρα ποὺ κοινώνησεἀφοῦ εἶχε διασχίσει σὲ μία ὥρα ἀπόσταση τὴν ὁποία διήνυσε τὸ ἑπόμενο ἔτος  Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς σὲ εἴκοσι ἡμέρεςΓράφει  Ἅγιος Σωφρόνιος«καὶ ἥνπερ ὤδευσεν ὁδὸν Ζωσιμᾶς διὰ εἴκοσι ἡμερῶν κοπιῶνεἰς μίαν ὥραν Μαρίαν διέδραμενκαὶ εὐθὺς πρὸς τὸν Θεὸν ἐξεδήμησεν»Τὸ σῶμα της εἶχε ἀποκτήσει ἄλλες ἰδιότητες, εἶχε μεταμορφωθεῖ.
Στὴν συνέχεια ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, ἀφοῦ ἔκλαψε πολὺ καὶ εἶπε ψαλμοὺς κατάλληλους γιὰ τὴν περίσταση,«ἐποίησεν εὐχὴν ἐπιτάφιον». Καὶ μετὰ μὲ μεγάλη κατάνυξη,«βρέχων τὸ σῶμα τοῖς δάκρυσι» ἐπιμελήθηκε τὰ τῆς ταφῆς. Ἐπειδή, ὅμως, ἡ γῆ ἦταν σκληρὴ καὶ ὁ ἴδιος ἦταν προχωρημένης ἡλικίας, γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ τὴν σκάψει καὶ βρισκόταν σὲ ἀπορία. Τότε «ὁρᾷ λέοντα μέγαν τῷ λειψάνῳ τῆς Ὁσίας παρεστῶτα καὶ τὰ ἴχνη αὐτῆς ἀναλείχοντα», δηλαδὴ εἶδε ἕνα λιοντάρι νὰ στέκεται δίπλα στὸ λείψανο τῆς Ὁσίας καὶ νὰ γλείφει τὰ ἴχνη της. Ὁ Ἀββᾶς τρόμαξε, ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ λιοντάρι «οὐχὶ τοῦτον τοῖς κινήμασι μόνον ἀσπαζόμενον, ἀλλὰ καὶ προθέσει», δηλαδὴ τὸ ἴδιο τὸ λιοντάρι καλόπιανε τὸν Ἀββᾶ καὶ τὸν παρακινοῦσε καὶ μὲ τὶς κινήσεις του καὶ μὲ τὶς προθέσεις του, νὰ προχωρήσει στὸν ἐνταφιασμό της. Λαμβάνοντας ὁ Ἀββᾶς θάρρος ἀπὸ τὸ ἥμερο τοῦ λιονταριοῦ, τὸ παρακάλεσε νὰ σκάψει αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸν λάκκο, γιὰ νὰ ἐνταφιασθεῖ τὸ ἱερὸ λείψανο τῆς Ὁσίας Μαρίας, ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἀδυνατοῦσε. Τὸ λιοντάρι ὑπάκουσε. «Εὐθὺς δὲ ἅμα τῷ σώματι θαπτόμενο», δηλαδὴ μὲ τὰ μπροστινά του πόδια ἔσκαψε τὸ λάκκο, ὅσο ἔπρεπε, γιὰ νὰ ἐνταφιασθεῖ τὸ σκήνωμα τῆς Ὁσίας Μαρίας.
Ὁ ἐνταφιασμὸς τῆς Ὁσίας ἔγινε προσευχομένου τοῦ Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ καὶ τοῦ λιονταριοῦ «παρεστῶτος». Μετὰ τὸν ἐνταφιασμὸ ἔφυγαν καὶ οἱ δύο,«ὁ μὲν λέων ἐπὶ τὰ ἔνδον τῆς ἐρήμου ὡς πρόβατον ὑπεχώρησε. Ζωσιμᾶς δὲ ὑπέστρεψεν, εὐλογῶν καὶ αἰνῶν τὸν Θεὸν ἡμῶν».
Καὶ ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, καταλήγει ὅτι ἔγραψε αὐτὸ τὸ βίο«κατὰ δύναμιν» καὶ«τῆς ἀληθείας μηδὲν προτιμῆσαι θέλων».
 βίος τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίαςδείχνει πῶς μία πόρνη μπορεῖ νὰ γίνει κατὰ Χάριν θεόςπῶς  ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνει ἄγγελος ἐν σώματι καὶ πῶς  κατὰ Χριστὸν ἐλπίδα μπορεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τὴν ὑπὸ τοῦ διαβόλου προερχόμενη ἀπόγνωσηΣτὸ πρόσωπο τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας βλέπουμε τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀναζητᾶ τὴν ἡδονὴ καὶ κυνηγᾶ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν ἱκανοποίησή τους, ἀλλὰ ὅμως μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐξαγιασθεῖ τόσο πολύ, ὥστε νὰ φθάσει στὸ σημεῖο νὰ τὴν κυνηγοῦν οἱ Ἅγιοι γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία της καὶ νὰ ἀσπασθοῦν τὸ τετιμημένο της σῶμα, καθὼς ἐπίσης νὰ τὴ σέβονται καὶ τὰ ἄγρια ζῶα.
 Ὁσία Μαρία  Αἰγυπτία μὲ τὴν μετάνοιά τηςτὴν βαθιά της ταπείνωσητὴν ὑπέρβαση ἐν Χάριτι τοῦ θνητοῦ καὶ παθητοῦ σώματός τηςἀφ’ ἐνὸς μὲν προσφέρει μία παρηγοριὰ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπουςἀφ’ ἑτέρου δὲ ταπεινώνει ἐκείνους ποὺ ὑπερηφανεύονται γιὰ τὰ ἀσκητικά τους κατορθώματαΔὲν ἡμέρωσε μόνο τὰ ἄγρια θηρία ποὺ ὑπῆρχαν μέσα της, δηλαδὴ τὰ ἄλογα πάθη, ἀλλὰ ὑπερέβη ὅλα τὰ ὅρια τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καὶ ἡμέρωσε ἀκόμη καὶ τὰ ἄγρια θηρία τῆς κτίσεως.
Αὐτὸς εἶναι  σκοπὸς καὶ  πλοῦτος τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Χριστοῦποὺ φυλάσσεται μέσα στὴν ἘκκλησίαΜὲ τὴν ἀποκαλυπτικὴ θεολογία καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ζωῇ  ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μεταμορφωθεῖ ὁλοκληρωτικά.
 Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καὶ τὴν Ε’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Φωτισθεῖσα ἐνθέως Σταυροῦ τῇ χάριτι, τῆς μετανοίας ἐδείχθης φωτοφανὴς λαμπηδών, τῶν παθῶν τὸν σκοτασμὸν λιποῦσα πάνσεμνε· ὅθεν ὡς ἄγγελος Θεοῦ, Ζωσιμᾷ τῷ ἱερῷ, ὡράθης ἐν τῇ ἐρήμῳ, Μαρία Ὁσία Μῆτερ· μεθ’ οὗ δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.



 



ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ
 
Ο άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στην Παλαιστίνη γύρω στα 523. Μόνασε από νεαρή ηλικία (16 ετών). Παρακολούθησε ανώτερο κύκλο μορφώσεως. Στην ζωή της ερήμου Σινά αξιοποίησε την σοφία του και ανέβηκε σε υψηλές κορυφές αγιότητας. Είχε και το χάρισμα της θαυματουργίας.
Σε μεγάλη ηλικία έγινε ηγούμενος της μονής του Σινά. Συνέγραψε τριάντα λόγους περί αρετής, όπου ο καθένας λόγος περιλαμβάνει και μια αρετή, ξεκινώντας από τις πιο πρακτικές και ανεβαίνοντας σαν σκαλοπάτια κατέληξε στις θεωρητικά υψηλές. Στη πνευματική ζωή έχουμε βαθμίδες χαμηλές και υψηλές, καταστάσεις κατώτερες και ανώτερες. Γι' αυτό και το σύγγραμμα ονομάζεται Κλίμακα των αρετών.
Στο έργο του αυτό ο συγγραφέας παρουσιάζει συστηματικά τις ιδέες του για την κοινοβιακή κυρίως, αλλά και για την ερημιτική ζωή, ταξινομώντας αυτές κατά τρόπο που δείχνει πορεία προς την ηθική τελείωση. Είναι γραμμένο σε κομψή ελληνική γλώσσα, καλοδουλεμένη με χάρη και μελωδικότητα. Έχει διαύγεια, γλαφυρότητα, παραστατικότητα και παρουσιάζει πλούτο εκφράσεως, καλαισθησία και ευγένεια. Στη διακόσμηση του λόγου με εικόνες και παρομοιώσεις ο ιερός συγγραφέας είναι απαράμιλλος. Πάσης φύσεως σχήματα λόγου αναδύονται καθώς και ωραίες και επιτυχημένες προσωποποιήσεις.
Οι διδασκαλίες του είναι ολοκάθαρα νάματα που προέρχονται από αγιασμένη πηγή. Είναι ένα θεόπνευστο κείμενο. Οι σύγχρονοι ψυχολόγοι θαυμάζουν τον συγγραφέα της Κλίμακας για την βαθύτητα των ψυχολογικών του γνώσεων και παρατηρήσεων, και διαπιστώνουν ότι τα τελευταία αξιόλογα πορίσματα της ψυχολογίας του Βάθους ήταν γνωστά στους Πατέρες της ερήμου.
Ο Άγιος Ιωάννης κοιμήθηκε στις 30 Μαρτίου το 603, σε ηλικία ογδόντα ετών. Από την αρχή της Σαρακοστής το σύγγραμμά του διαβάζεται σε όλα τα ορθόδοξα μοναστήρια. Επειδή είναι παγκόσμιο κειμήλιο αναλύσεως όλων των παθών και των αρετών, η Εκκλησία τιμά ιδιαίτερα σε αυτή τη πνευματική περίοδο τον συγγραφέα άγιο Ιωάννη της Κλίμακας και το προτείνει για ανάγνωσμα.