ΙΕΡΟΙ ΝΑΟΙ ΕΝΟΡΙΑΣ



ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΡΟΥ




   Η διαφαινόμενη ανάπτυξη της περιοχής του Πόρου ύστερα από το 1925, η αργή αλλά σταθερή αύξηση των κατοίκων και η αδυναμία της ενορίας της Χρυσοπηγής να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των πιστών (λόγω και της έκτασής της) κατέστησαν αναγκαίο το χτίσιμο ενός νέου ναού.  Βέβαια, στην αρχή πολλοί ήταν εκείνοι που προσανατολίζονταν στην ανέγερση όχι ενός ενοριακού αλλά ενός μικρού ναού, που θα ανήκε στην ενορία της Χρυσοπηγής. Τα πράγματα όμως, με τις ενέργειες κυρίως του ιερέα Ευαγγέλου Μανουσάκη, εξελίχθηκαν διαφορετικά, όπως θα φανεί παρακάτω.

Ο χώρος επί του οποίου είναι χτισμένος σήμερα ο ναός ήταν τότε γεμάτος πέτρες και βράχια. Βόρεια και νότια του χώρου αυτού υπήρχαν καλλιεργημένα χωράφια και μικρές αλάνες, όπου έπαιζαν τα παιδιά. Όλη η εν λόγω περιοχή  ανήκε στα «ανταλλάξιμα», δηλαδή στα κτήματα που εγκατέλειψαν οι Τούρκοι ύστερα από την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923. Το οικόπεδο, όπως θα πούμε στη συνέχεια, το οποίο εκτεινόταν νότια του ναού (εκεί όπου βρίσκονται σήμερα το Πνευματικό Κέντρο και η Παιδική Χαρά), δόθηκε στους κατοίκους από τις Αρχές της πόλης του Ηρακλείου για την ανέγερση ναού και σχολείου στην αναπτυσσόμενη περιοχή του Πόρου.

Την πρωτοβουλία για την ανέγερσή του έλαβαν ο ιερέας της ενορίας της Χρυσοπηγής π. Ευάγγελος Μανουσάκης και οι Γεώργιος Πολυχρονάκης, εργολάβος, και Ευάγγελος Πλατάκης, φανοποιός. Το πρώτο που έπρεπε να γίνει ήταν να βρεθεί το οικόπεδο. Σύμφωνα με προφορική αφήγηση της κ. Ευσεβίας Χειρακάκη-Πολυχρονάκη, ο πατέρας της Γεώργιος Πολυχρονάκης είχε μεταβεί το 1925 στο νεκροταφείο της Χρυσοπηγής για μια κηδεία, από όπου κοιτάζοντας προς βορρά αντίκρισε τη θάλασσα μέχρι και το νησί Ντία. Αποφάσισε λοιπόν, λόγω της ομορφιάς της τοποθεσίας, να χτίσει ένα σπίτι εκεί, πράγμα που έκαμε και ξεκίνησε το χτίσιμο. Σημειωτέον ότι η περιοχή όπου σήμερα είναι χτισμένος ο ναός, ήταν τότε ακατοίκητη και τα υπάρχοντα χωράφια φυτεύονταν με καπνά. Ως εργολάβος ο Γεώργιος Πολυχρονάκης είχε στην κατοχή του κάρα με άλογα για τη μεταφορά των πετρών και των άλλων υλικών και  εργαλείων της δουλειάς του. Ένα από τα άλογα μπήκε στο χωράφι με τα καπνά και «κυλίστηκε» πάνω τους καταστρέφοντάς τα, πράγμα που εξόργισε τον καλλιεργητή τους, ο οποίος κινήθηκε με σκοπό να σκοτώσει το άλογο. Ο βοηθός του Γεωργίου Πολυχρονάκη, ονόματι Δημήτριος Αρμενάκης, ειδοποίησε το αφεντικό του και απετράπη τελικά ο φόνος του ζώου. Ωστόσο, με τη λήξη του επεισοδίου ο Πολυχρονάκης προειδοποίησε τον επίδοξο φονέα του αλόγου ότι άλλη χρονιά δεν επρόκειτο να φυτέψει καπνά στο σημείο εκείνο. Το ίδιο βράδυ ο Πολυχρονάκης κατασκεύασε με δυο ξύλα από τη νεοανεγειρόμενη οικοδομή του ένα σταυρό κι έστειλε τον πεθερό του στο Ηράκλειο να του προσκομίσει από το εικονοστάσι του εκεί σπιτιού του την εικόνα του «ψαροκαβαλάρη», δηλαδή του αγίου Γεωργίου. Επρόκειτο για μια μικρή χάρτινη εικόνα κολλημένη πάνω σε ξύλο. Παράλληλα, ζήτησε μια καντηλοθήκη από το φανοποιό Ευάγγελο Πλατάκη. Κάρφωσε έπειτα τον ξύλινο πρόχειρο σταυρό στο χώρο πίσω από το σημερινό ιερό του ναού, αφού κρέμασε πάνω του την εικόνα και το καντήλι, και παρακάλεσε τον άγιο Γεώργιο «να χτίσει το δικό του σπίτι και να μπει». Την επόμενη μέρα, όσοι περνούσαν από το σημείο εκείνο και αντίκριζαν το σταυρό με την εικόνα και το καντήλι ξαφνιάζονταν, αλλά σιγά-σιγά δέχτηκαν το γεγονός, το οποίο γρήγορα διαδόθηκε στην περιοχή. Η αφήγηση, πέραν των άλλων, δείχνει ότι ο ναός του αγίου Γεωργίου είναι χτισμένος στο πιο ωραίο μέρος του Πόρου.

Σημαντικές πληροφορίες για την ανέγερση του ναού του αγίου Γεωργίου παρέχει η «Σύντομος ιστορία της ανεγέρσεως του ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου εις Πόρον Ηρακλείου», που έχει καταγράψει επί του ιερού Ευαγγελίου, ο πρώτος ιερέας της ενορίας (+) Ευάγγελος Μανουσάκης. Από το κείμενο αυτό αντιγράφουμε: «Κατά το έτος 1925, μίαν νύκτα ο Γεώργιος Πολυχρονάκης, εργολάβος, και ο Ευάγγελος Πλατάκης, φανοποιός, φωτισθέντες υπό του Αγίου, εκάρφωσαν δύο ξύλα, τη υποδείξει του ιερέως Ευαγγέλου Μανουσάκη, εις σχήμα σταυρού και ανήρτησαν την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και, ανάψαντες κανδήλαν, ενέπηξαν τον Σταυρόν τούτον εις το μέσον του προς νότον αγρού και επιγραφήν λέγουσαν: «Εν τω τόπω τούτω ωκοδομήσατέ μου την Εκκλησίαν». Εντός του αγρού υπήρχον καπνοφυτά και τα οποία την ερχομένην Κυριακήν ο ιερεύς Ευάγγ. Μανουσάκης μετά των ανωτέρω και πλείστων άλλων έτρεξαν και εντός 4ων ωρών ηνοίχθη τάφρος από το νότιον μέρος του αγρού χωρίζον το οικόπεδον του Ιερού Ναού. Εκαθαρίσθη τελείως ο αγρός και εις το μέρος όπου ευρίσκετο ο Σταυρός έγινε μια ξύλινη δήθεν Εκκλησία, εσκεπάσθη με λαμαρίνας και ετοποθετήθησαν εικόνες και κανδήλαι. Την επομένην Κυριακήν ειδοποιήθη η Τράπεζα των ανταλλαξίμων, καθότι ο αγρός ούτος ήτο Μουσουλμανικόν κτήμα, ήλθον ο Κυρ. Νομάρχης Λυδάκης, ο Φρούραρχος Αλεξάκης και ο Διοικητής της Χωροφυλακής και ένας υπάλληλος της Τραπέζης και εκάλεσαν επί τόπου τον Ιερέα Ε(υάγγελον) Μ(ανουσάκην) και του εζήτησαν τον λόγον, πού στηριζόμενος προέβη εις την κατοχήν ξένης περιουσίας. Ο ειρημένος ιερεύς απήντησεν ούτως: «Κύριε Νομάρχα, Φρούραρχε και Διοικητά της Χωροφυλακής, οι Οθωμανοί που αναχώρησαν απ’ εδώ δεν είχον ούτε Σχολείον ούτε Τζαμί, δια να το χρησιμοποιήσωμεν σήμερον δι’ Εκκλησίαν ή δια Σχολείον των προσφυγικών οικογενειών, που μας έφερεν εδώ η μοίρα. Κατελάβομεν ολίγα μέτρα γης, δια να οικοδομήσωμεν εξ εράνων των ευσεβών Χριστιανών μίαν Εκκλησίαν και συνάμα ένα Σχολείον, τα οποία είναι απαραίτητα από το προάστιόν μας. Εάν σεις αρνήσθε να μας αφήσετε να πράξωμεν ένα θεάρεστον έργον, ευχαρίστως θα υποχωρήσωμεν. Σκεφθήτε όμως τι κακόν μας προξενείτε, την στιγμήν που έχομεν την καλήν διάθεσιν ένα τοιούτον έργον».

Οι Αρχές του τόπου, ύστερα από την παρέμβαση αυτή του ιερέα και βλέποντας το δίκαιο του αιτήματος των κατοίκων του Πόρου, επέτρεψαν την έναρξη των εργασιών ανεγέρσεως του ναού. Μετά την αναχώρησή των Αρχών και χωρίς καθόλου χρονοτριβή, συνεστήθη η «Επιτροπή της Ανεγέρσεως» αποτελούμενη από τον ιερέα Ευάγγελο Μανουσάκη ως Πρόεδρο και από τους: Μανούσο Παναγιωτάκη Χαράλαμπο Καρατζά, Δημήτριο Μαυροειδή, Νικόλαο Αθανασάκη, Ευστάθιο Γαλανάκη, Μύρωνα Παπαδάκη, Μιχαήλ Σταματάκη, Ανδρέα Κουλάτση, Ευστράτιο Καλογερίδη, Εμμανουήλ Ακράτο και Μιχαήλ Ντίρλα. Η Επιτροπή ξεκίνησε αμέσως τους εράνους με ταμία τον Ανδρέα Κουλάτση. Το χρήματα που εισπράχθηκαν στην αρχή ανερχόταν στο ποσό των 17.000 δραχμών, τα οποία κατετέθησαν στο Ταχυδρομείο. Κατόπιν έγινε μειοδοτική δημοπρασία για την αγορά αγκωναριών και πετρών, η οποία κατακυρώθηκε στους Ευστάθιο Γαλανάκη και Εμμανουήλ Μανδαλενάκη. Έτσι άρχισαν να συγκεντρώνονται τα πρώτα υλικά για την ανέγερση του ναού.

Θα πρέπει να ειπωθεί ότι, σύμφωνα με προφορικές πληροφορίες, ο Γεώργιος Πολυχρονάκης διέθεσε όχι μόνο τους εργάτες του για να καθαρίσει από τα βράχια το οικόπεδο επί του οποίου θα κτιζόταν ο ναός, αλλά και τα κάρα του για τη δωρεάν μεταφορά των πετρών. Έτσι, κάθε βράδυ η τελευταία «αραμπαδιά» (το τελευταίο φορτίο των κάρων) ήταν πέτρες που προορίζονταν για το χτίσιμο του ναού.

Με υπόδειξη του ιερέα Ευαγγέλου Μανουσάκη ο έρανος για τη συγκέντρωση χρημάτων που θα διετίθεντο στο έργο της ανέγερσης του ναού αποφασίστηκε να γίνεται τακτικά κάθε Κυριακή τόσο στο προάστιο του Πόρου όσο και σε αυτό της Χρυσοπηγής. Το ποσό που έπρεπε να προσφέρει κάθε οικογένεια ήταν ένα τάλιρο. Έτσι κάθε Κυριακή, μετά τη Θ. Λειτουργία, δυο ερανικές επιτροπές με το κυτίο του εράνου και την εικόνα του αγίου Γεωργίου περιέτρεχαν και τα δυο προάστια, από σπίτι σε σπίτι, και συγκέντρωναν το προκαθορισμένο ποσό των πέντε δραχμών. Το ποσό που συγκεντρωνόταν κάθε Κυριακή ανερχόταν σε 2.000 δραχμές. Είναι συγκινητικό το γεγονός ότι οι κάτοικοι των δυο προαστίων, παρόλο που στη μεγάλη πλειονότητά τους ήταν φτωχοί, προσέφεραν με μεγάλη προθυμία τον οβολό τους χάριν του αγίου.

Όταν το ποσόν που συγκεντρώθηκε από τους εράνους έφθασε και ξεπέρασε στο ποσό των 50.000 δραχμών, όπως γράφει ο ιερέας Ευάγγελος Μανουσάκης, «εγένετο σκέψις δια την ανέγερσιν. Και συσκεφθέντες η Επιτροπή απεφασίσθη η δι’ αυτεπιστασίας εργασία συμφώνως του σχεδίου του μηχανικού Ζαχαρίου Βόνδα». Τότε όμως επήλθε ρήξη ανάμεσα στα μέλη της Επιτροπής, επειδή κάποιοι επέμεναν στην άποψη να χτιστεί ένας  μικρός ναός, μήκους το πολύ οκτώ μέτρων. Ωστόσο, ο ιερέας Ευάγγελος Μανουσάκης, επέμεινε μαζί με άλλα μέλη της Επιτροπής ο ναός να γίνει σύμφωνα με τα αρχικά σχέδια, που ανιδιοτελώς είχε κάμει ο μηχανικός Ζαχ. Βόνδας, δηλαδή να ανεγερθεί ένας μεγάλος ναός, ώστε να μπορεί να υπηρετήσει τις μελλοντικές ανάγκες του προαστίου. Τελικά ο ιερέας έπεισε τα περισσότερα μέλη της Επιτροπής για την ορθότητα της άποψής του και, κατόπιν αυτού, κατετέθη ο θεμέλιος λίθος την 24η Ιουνίου του έτους 1926. Την επίβλεψη του έργου της ανεγέρσεως είχεν ο μηχανικός Ζαχ. Βόνδας ενώ χρέη εργοδηγού ανέλαβεν ο ιερέας Ευάγγελος Μανουσάκης, ο οποίος γνώριζε από οικοδομές.



Η ανέγερση του ναού πέρασε από διάφορα στάδια, λόγω μικροδιαφωνιών των μελών της Επιτροπής, κυρίως όμως λόγω ελλείψεως χρημάτων. Έτσι, το έργο σταμάτησε για ένα έτος, όταν το κτήριο είχε φτάσει σε ύψος τριών μέτρων. Συνεχίστηκε κατόπιν απρόσκοπτα, ώσπου χτίστηκαν οι τοίχοι του ναού, οπότε διακόπηκαν και πάλι οι εργασίες για δυο χρόνια, επειδή δεν υπήρχαν χρήματα. Σταδιακά, από τις προσφορές των πιστών συγκεντρώθηκε το ποσόν των 70.000 δραχμών, οπότε ο ιερέας (που δεν ήταν πλέον μέλος της Επιτροπής ανεγέρσεως) παρότρυνε τα μέλη της Επιτροπής να προβούν σε μειοδοσία για την κατασκευή από μπετόν-αρμέ της οροφής και του τρούλου του ναού, βάσει των σχεδίων του Ζαχαρία Βόνδα. Η κατασκευή της οροφής και του τρούλου ανετέθη, ύστερα από τη μειοδοσία, στον εργολάβο Φώτιο Ριτσόπουλο. Όμως ο συγκεκριμένος εργολάβος άφησε το έργο ημιτελές, επειδή δεν είχε την απαιτούμενη ξυλεία. Έτσι, την αποπεράτωση της οροφής ανέλαβε ο εργολάβος Γεώργιος Μηλαθιανάκης με τους   όρους που είχε αναλάβει το έργο και ο Ριτσόπουλος. Ο Γ. Μηλαθιανάκης τελείωσε το έργο μέχρι της στέψεως του τρούλου, τον οποίο αρνήθηκε να κατασκευάσει. Το έργο τελικά αποπεράτωσε ο εργολάβος Ανδρέας Κουλουράκης, ενοριακός επίτροπος της Χρυσοπηγής. 

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να ειπωθεί ότι οι κάτοικοι του Πόρου, «από μεγάλου έως μικρού αυτών», εκτός από τη συνεισφορά τους σε χρήμα, προσέφεραν και προσωπική εργασία κατά τη διάρκεια ανεγέρσεως του ιερού ναού. «Δεμένοι» καθώς ήταν μεταξύ τους, συμμετείχαν σε κάθε κοινωφελές για το προάστιό τους έργο. Το ίδιο έπραξαν και στην περίπτωση του ναού του αγίου Γεωργίου.

Ωστόσο, καθώς τέλειωνε ο ναός, νέα κωλύματα παρουσιάστηκαν,  επειδή η έναρξη λειτουργίας του ναού του αγίου Γεωργίου θα είχεν ως αποτέλεσμα να παραγκωνιστεί ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής, πράγμα που πολλά μέλη της Επιτροπής δεν ήθελαν, δεδομένης της καταγωγής τους από την περιοχή της Χρυσοπηγής. Το πρόβλημα ξεπεράστηκε με παρέμβαση  του τότε Μητροπολίτη Τιμοθέου Βενέρη, ο οποίος «συνέστησε σύμπνοιαν δια την αποπεράτωσιν του θεαρέστου τούτου έργου», όπως γράφει ο ιερεύς Ευάγγελος Μανουσάκης,. Συγκροτήθηκε, στη συνέχεια, νέα Επιτροπή, αποτελούμενη από τους: ιερέα Ευάγγελο Μανουσάκη, Εμμανουήλ Ακράτο, Μιχαήλ Ντίρλα, Εμμανουήλ Μανουσάκη, Στυλιανό Γιακουμάκη, Μιχαήλ Μανιαδάκη και Ιωάννη Λουκάκη, οι οποίοι «εργασθέντες δι’ αυταπαρνήσεως και με μεγάλην προθυμίαν, τη συνεργασία πάντοτε του κυρίου Ακράτου, έφεραν τον Ιερόν Ναόν εις το σημείον εις το οποίον ευρίσκεται σήμερον», γράφει και πάλι ο ιερέας Ευάγγελος Μανουσάκης.

Η πρώτη Θ. Λειτουργία τελέστηκε την 23η Απριλίου 1933, ημέρα της εορτής του αγίου. Έκτοτε η λειτουργία τελούνταν κάθε χρόνο την ημέρα που εόρταζε ο άγιος, αφού, όπως είναι γνωστό, η ημέρα της εορτής του αγίου Γεωργίου καθορίζεται από την ημέρα εορτασμού του Πάσχα. Ο ναός άρχισε να λειτουργεί κανονικά ως ενοριακός ναός την Κυριακή των Βαΐων του 1937. Τα εγκαίνιά του έγιναν από το Μητροπολίτη Κρήτης κυρό Τιμόθεο Βενέρη την 26η Σεπτεμβρίου 1937.

Σημειώνουμε ότι ο ιερέας Ευάγγελος Μανουσάκης σκόπευε να λειτουργήσει ο ναός ως τρίκλιτος και οι χώροι δεξιά και αριστερά της Αγίας Τράπεζας να λειτουργήσουν ως παρεκκλήσια: δεξιά το παρεκκλήσιο του Ευαγγελισμού και αριστερά του Μιχαήλ Αρχαγγέλου. Για το λόγο τούτο κατά την περίοδο του Δεκαπενταυγούστου και στις Θεομητορικές εορτές οι Λειτουργίες τελούνταν στο δεξιό «παρεκκλήσιο», ενώ στην εορτή του Μιχαήλ Αρχαγγέλου στο αριστερό. Μάλιστα, το 1950 ήταν όλα έτοιμα για τα εγκαίνια, τα οποία όμως δεν έγιναν τελικά, διότι οι χώροι αυτοί δεν διέθεταν κόγχες εξωτερικά, ώστε να ξεχωρίζουν ως παρεκκλήσια.

Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης









ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΟΡΟΥ





Στην Ενορία Αγίου Γεωργίου Πόρου ανήκει και ο ευρισκόμενος νότια του λιμανιού του Ηρακλείου Ιερός Ναός του Αγίου Νεκταρίου, ένας ναός που δεσπόζει στο σημείο εκείνο και ξεχωρίζει για την αρχιτεκτονική του. Το ιστορικό της ανέγερσής του έχει ως εξής:
          Στις 9 Νοεμβρίου του έτους 1962, ημέρα Παρασκευή (ανήμερα, δηλαδή, της εορτής του Αγίου Νεκταρίου), τελέστηκε στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου η πρώτη Θεία Λειτουργία με αρτοκλασία και ετέθη σε προσκύνηση η σεπτή εικόνα του Αγίου Νεκταρίου, η οποία έγινε με πρωτοβουλία του Στεφάνου Πρατσινάκη, αναγνώστου, και με δαπάνη του Ιωάννου Λεοντή, διδασκάλου.
          Στις 17 Ιουλίου του έτους 1963, ημέρα Τετάρτη και ώρα 17.00, ο μακαριστός ιερέας Τίτος Καϊσαρλής έφερε τεμάχιο του ιερού λειψάνου του Αγίου Νεκταρίου στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου, όπου και εψάλη η ακολουθία του  Εσπερινού και ο Παρακλητικός Κανόνας του Αγίου. Το ως άνω τεμάχιο του ιερού λειψάνου δωρίθηκε στον ιερέα Τίτο Καϊσερλή από τον πανοσιολογιώτατο αρχιμανδρίτη Τιμόθεο Καλαμπερίδη, εφημέριο της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Αιγίνης, ενώ με πρωτοβουλία του αναγνώστου Στεφάνου Πρατσινάκη κατασκευάστηκε η λειψανοθήκη για το ιερό λείψανο. Λίγες μέρες αργότερα, στις 26 Ιουλίου, ημέρα Παρασκευή, τελέστηκε νυκτερινή Θεία Λειτουργία και τέθηκε σε προσκύνηση το ιερό λείψανο του Αγίου Νεκταρίου.
          Τρία χρόνια αργότερα, στις 12 Ιουνίου του έτους 1966, ημέρα Κυριακή, τελέστηκε στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου Πόρου Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κρήτης κυρού Ευγενίου, συμπαραστατουμένου από τους ιερείς Νικόλαο Νεονάκη, Τίτο Καϊσαρλή και Εμμανουήλ Δασκαλάκη και με διάκονο τον Εμμανουήλ Νιωτάκη. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας ετέθη ο θεμέλιος λίθος του Ιερού Παρεκκλησίου του Αγίου Νεκταρίου από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κρήτης κυρό Ευγένιο.
          Στις 9 Νοεμβρίου 1971, ημέρα Τρίτη (ανήμερα της εορτής του Αγίου), τελέστηκε πανηγυρικά η πρώτη Θεία Λειτουργία στον νεοανεγερθέντα Ιερό Ναό του Αγίου Νεκταρίου, ιερουργούντος του ιερέα Νικολάου Νεονάκη και διακονούντος του διακόνου Νικολάου Πασχαλίδη. Την παραμονή της εορτής και πριν από τον Εσπερινό έγινε με πομπή η μεταφορά του ιερού λειψάνου του Αγίου από τον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου στον Ιερό Ναό του Αγίου Νεκταρίου.
          Τα εγκαίνια του Ιερού Ναού του Αγίου Νεκταρίου έγιναν την Κυριακή, 3 Οκτωβρίου του έτους 1982, από τον Σεβασμιώτατο Αρχιεπίσκοπο Κρήτης κυρό Τιμόθεο συμπαραστατούμενον από τους ιερείς Χρυσόστομο Αμανατίδη, Ευγένιο Πολίτη, Νικόλαο Νεονάκη, Τίτο Καϊσερλή, Γεώργιο Στειακάκη, Αλέξανδρο Βασιλάκη και Γεώργιο Λαδουκάκη και με διακονούντα τον διάκονο Αμφιλόχιο Σαμοΐλη. Συμπροσευχόμενοι στο Ιερό Βήμα ήταν οι ιερείς Εμμανουήλ Δασκαλάκης, Δημήτριος Τσαγκαράκης και Γεώργιος Καμπιτάκης. Μίλησαν ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Κρήτης κυρός Τιμόθεος και ο ιερέας Εμμανουήλ Δασκαλάκης. Τους ύμνους έψαλαν οι Ιωάννης Γ. Τσερεβελάκης (ο οποίος αργότερα από το 1993 έως το 2013 διετέλεσε Πρωτοψάλτης του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Πόρου) και Κωνστ. Νιργιανάκης. Ανάδοχος παρέστη η κ. Βασιλεία Μαραγκάκη. Να σημειωθεί ότι καθημερινά και για όλη την εβδομάδα μετά τα εγκαίνια τελούνταν η Θεία Λειτουργία.

Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης


ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΝΗΣΟΥ ΝΤΙΑΣ







Το νησί Δία (Ντία, το γνωρίζουν οι Ηρακλειώτες) βρίσκεται εξίμισι μίλια βορειοανατολικά της πόλεως του Ηρακλείου. Ήδη από τα βυζαντινά χρόνια υπήρχαν στο έδαφός του χριστιανικές εκκλησίες. Όπως διασώζει ο Τζουάνες Παπαδόπουλος στο βιβλίο του «Στον καιρό της σχόλης» (Π.Ε.Κ.,Ηράκλειο 2013, σ.162-163), που γράφτηκε λίγο μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Τούρκους (1669), στην πλευρά του νησιού που έβλεπε προς την πόλη «ήταν τρεις όρμοι, ο πρώτος στη δυτική άκρη,που λεγόταν λιμάνι του Αγίου Γεωργίου, όπου βρισκόταν μια εκκλησία μ’ αυτό το όνομα αλλά ερειπωμένη και δεν τη λειτουργούσαν παρά μόνο όταν ερχόταν κανένα καραβάκι με Ρωμιούς από ξένα μέρη(…). Ήταν μετά πιο πέρα, περίπου στη μέση αυτού του νησιού, ο όρμος που ονομαζόταν της Παναγίας, που είχε και αυτός την ομώνυμη ορθόδοξη εκκλησούλα του(…). Κι ακόμα παραπέρα απ’ αυτόν τον όρμο βρισκόταν ο τελευταίος, ο πιο βολικός και ευρύχωρος, ο όρμος του Αγίου Νικολάου, με την εκκλησία του, ερειπωμένη όμως…». Με το πέρασμα του χρόνου οι εκκλησίες ερειπώθηκαν εντελώς και ξεχάστηκαν, χωρίς όμως και να ξεχαστούν τα ονόματα των αγίων, από τα οποία είχαν λάβει τα ονόματά τους οι τρεις ομώνυμοι κόλποι.

     Το 1956 επισκέφθηκε για πρώτη φορά το νησί (στα νερά του οποίου ψάρευαν αλλά και εύρισκαν καταφύγιο στους όρμους του οι ψαράδες από την περιοχή του Πόρου) ο ιερέας του Αγίου Γεωργίου, ο αείμνηστος π. Νικόλαος Νεονάκης, ο οποίος έκτοτε το αγάπησε πολύ, όπως γράφει ο ίδιος στο μικρό βιβλίο του που φέρει τον τίτλο «Η νήσος Ντία και το εκκλησάκι της». Ύστερα από ένα όνειρο που είδε, ο π. Νικόλαος παρακάλεσε το Χριστό να τον αξιώσει να χτίσει μια εκκλησία στο νησί, πάνω στο οποίο, όπως είχε πληροφορηθεί, υπήρχαν κάποια ερείπια παλαιών εκκλησιών. Κατά την πρώτη του επίσκεψη εκεί διαπίστωσε ότι στο ύψωμα, νότια του κόλπου του Αγίου Γεωργίου, υπήρχαν όντως ερείπια εκκλησίας. Έτσι, όταν επέστρεψε στο Ηράκλειο, επισκέφθηκε τον τότε Μητροπολίτη Κρήτης Ευγένιο (Ψαλιδάκη) και του ανέφερε την επιθυμία του να χτίσει ένα εκκλησάκι πάνω στα ερείπια της παλαιάς εκκλησίας, ο οποίος και το αποδέχτηκε ευμενώς. Αφού εξασφαλίστηκε η σχετική άδεια, μια ομάδα ενοριτών υπό τον π. Νικόλαο αποβιβάστηκε στο νησί και ανέσκαψε τον ερειπωμένο ναό, μια βασιλική μήκους δώδεκα μέτρων, εντός της οποίας μάλιστα βρέθηκαν και τάφοι (προφανώς μοναχών). Στη συνέχεια και ύστερα από άδεια της Μητροπόλεως, σχηματίστηκε Ερανική Επιτροπή για τη συγκέντρωση χρημάτων, με σκοπό την ανέγερση του νέου ναού. Αφού συγκεντρώθηκαν, ύστερα από πολλές δυσκολίες, τα πρώτα χρήματα, ξεκίνησε το έργο της ανέγερσης, με τη βοήθεια του μηχανικού Δημοσθένη Τσαμπουράκη, που ανέλαβε δωρεάν τη σχεδίαση και την επίβλεψη του έργου. Εργολάβος αναδείχτηκε, ύστερα από μειοδοτικό διαγωνισμό, ο Ιωάννης Φράγκος.




Στις 12 Νοεμβρίου 1956 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος και, παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, η τοιχοποιία τέλειωσε περί τα μέσα Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Οι εργασίες ξανάρχισαν το Μάρτιο του 1957 και συνεχίστηκαν με διακοπές, λόγω οικονομικών δυσκολιών. Το έργο της ανοικοδόμησης του ναού ολοκληρώθηκε το Μάιο του 1958 και η πρώτη λειτουργία τελέστηκε από τους μακαριστούς ιερείς Νικόλαο Νεονάκη και Τίτο Καϊσαρλή στις 22Μαΐου 1958. Το Μάιο του 1959 αποπερατώθηκε το υπόστεγο της εκκλησίας, ενώ το1960 κατασκευάστηκε και η υπάρχουσα εκεί δεξαμενή για τη συλλογή των όμβριων υδάτων από την οροφή του ναού. Το εκκλησάκι, που καθιερώθηκε εξαρχής να πανηγυρίζει προς τιμήν της Αναλήψεως του Κυρίου, εγκαινιάστηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 2001 από το Θεοφιλέστατο επίσκοπο Κνωσού (νυν Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας) κ. Μακάριο. Οι ιερείς της Ενορίας του Αγίου Γεωργίου Πόρου τελούν κάθε χρόνο τις ακολουθίες του Εσπερινού και της Θ. Λειτουργίας στο πανέμορφο εκκλησάκι της Αναλήψεως στη Ντία, παρουσία εκατοντάδων προσκυνητών, οι οποίοι ζουν τη Θ. Λειτουργία μέσα στην ομορφιά και την ησυχία του μοναδικού περιβάλλοντος του νησιού.


Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης